Είναι γεγονός ότι η ψήφιση του πρόσφατου
μνημονίου στη Βουλή των Ελλήνων προϋποθέτει, την επίτευξη αυστηρών δημοσιονομικών
στόχων. Με δεδομένη και την υστέρηση των κρατικών εσόδων, κατά το πρώτο επτάμηνο
του έτους, η επίτευξή του γίνεται ακόμη δυσκολότερη. Φυσικά, τη λύση έδωσε και
πάλι η φορολόγηση των γνωστών «υποζυγίων», μισθωτών και συνταξιούχων.
Επισημαίνω ότι και η φορολόγηση των
επιχειρήσεων αλλά και των ελεύθερων επαγγελματιών είναι μεν υψηλή, με τη
διαφορά όμως ότι οι περισσότεροι δύνανται με λογιστικούς τρόπους και τεχνάσματα
να μειώνουν κατά πολύ τη φορολογική τους βάση. Όσο αφορά τους αγρότες, η
φορολόγησή τους έγινε πρόχειρα χωρίς να λαμβάνει υπόψη σημαντικές παραμέτρους,
αλλά και τον μικρό κλήρο.
Βέβαια οι διαρροές από το Υπουργείο
Οικονομικών θεωρούν ότι ο πλούτος στη χώρα ξεκινά από τα 1.500 ευρώ μηνιαίως ή
από τα 20.000 ευρώ ετήσιο εισόδημα. Η παραδοχή επιφέρει αυξημένη φορολόγηση των
εισοδημάτων και των συντάξεων πάνω από το ποσό αυτό, χωρίς όμως να
διευκρινίζεται αν τα ποσά αναφέρονται στο μικτό ή καθαρό ποσό του εισοδήματος ή
της σύνταξης.
Ουσιαστικά επιχειρείται νέα αναδιανομή
του εισοδήματος των πολιτών της χώρας, από τα μεσαία κυρίως εισοδήματα, προς τα
χαμηλότερα. Είναι η νέα πολιτική, που ίσως να ακούγεται λογική και ηθική, αλλά
δεν λαμβάνει υπόψη της και ορισμένες βασικές παραμέτρους. Μερικές από αυτές
είναι οι υποχρεώσεις των νοικοκυριών κυρίως προς τις τράπεζες και οι συνταξιοδοτικές εισφορές που έχουν κρατηθεί
διαχρονικά με την προσδοκία της σύνταξης.
Είναι εμφανές ότι το χρεοκοπημένο και ανίκανο να διαχειριστεί τα δημοσιονομικά του Κράτος, επιρρίπτει την ευθύνη της
κοινωνικής πολιτικής, που το ίδιο οφείλει να ασκεί, στην υπερφορολόγηση των
μεσαίων εισοδημάτων πολιτών του. Η τρέχουσα οικονομική περίοδος δυστυχώς το επιτρέπει,
διότι πλέον ένα σημαντικό μέρος των Ελλήνων πολιτών έχει χαμηλό εισόδημα ή
βρίσκεται στην ανεργία.
Επίσης η ίδια κατάσταση επικρατεί
και στο πεδίο της φοροδιαφυγής, η οποία στην Ελλάδα καλά κρατεί. Να εξετάσουμε
την εισπραξιμότητα του ΦΠΑ, η αποτυχία της οποίας επιφέρει τα πρόσθετα φορολογικά
μέτρα, ή την εισφοροδιαφυγή, η οποία έχει μετατραπεί σε εθνικό αγώνισμα. Και
όλα αυτά γιατί το Κράτος αδυνατεί να επιτελέσει το έργο που πρέπει να ασκεί σε ευνομούμενες
δημοκρατίες.
Η λύση των φόρων είναι προσωρινή, διάτρητη,
και προβληματική ενώ θα οδηγήσει σε περεταίρω ύφεση την Ελληνική οικονομία.
Δυστυχώς δεν έχει ακουστεί μέχρι σήμερα, εκτός από γενικόλογες προτάσεις,
κάποιο σχέδιο για την αναπτυξιακή πορεία της χώρας. Το σταθερό οικονομικό και
πολιτικό περιβάλλον, ως σημείο αναφοράς, δεν επαρκεί ώστε να προσελκύσει
επενδύσεις.
Η στρατηγική της ανάπτυξης πρέπει
να λαμβάνει υπόψη της και άλλες παραμέτρους όπως το παγκόσμιο οικονομικό
περιβάλλον, αλλά και το οικονομικό περιβάλλον των γειτονικών ανταγωνιστικών χωρών.
Ο κάθε επενδυτής αποζητά εκτός από την πολιτική σταθερότητα και το νομικοοικονομικό
περιβάλλον, που θα του επιτρέψει με σιγουριά να υπολογίσει το κέρδος και το
χρόνο απόσβεσης της επένδυσή του.Η χώρα μας έχει σημαντικές επενδυτικές δυνατότητες και από εμάς τους ίδιους εξαρτάται αν τις αξιοποιήσουμε για να εξέλθουμε επιτέλους από την κρίση.