Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

ΔΕΚΟ: ΟΙ «ΕΚΛΕΚΤΟΙ» Ή ΟΙ ΙΔΙΩΤΕΣ;


Του Δημήτρη Μάρδα
Καθηγητή Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ


H συζήτηση για την ιδιωτικοποίηση των Δημόσιων Επιχειρήσεων και Οργανισμών (ΔΕΚΟ) φαίνεται να τερματίζεται με την χωρίς όρους εκποίηση όλων των περιουσιακών στοιχείων της χώρας.
Η εγκληματική μετάθεση του προβλήματος από το 2005 και ιδίως από το 2009 και μετά, ήταν γνωστό στους πάντες –πλην ίσως στους εκάστοτε κυβερνώντες– ότι θα οδηγούσε στην πλήρη απαξίωση της περιουσίας του Δημοσίου!
Η ατέρμονη συζήτηση για το κατά πόσο οι επιχειρήσεις που παράγουν διάφορα δημόσια αγαθά έπρεπε να βρίσκονται υπό κρατικό έλεγχο, καταλήγει πάντοτε σε θέσεις, που επαρκώς δικαιολογούνται είτε από τις απόψεις των οπαδών του κοινωνικού κράτους ή από εκείνες υπέρ του λιγότερου κράτους.
Οι ΔΕΚΟ όφειλαν να κρατήσουν το δημόσιο χαρακτήρα τους!. Τα δημόσια αγαθά έπρεπε να προσφέρονται από το κράτος!. Όλα αυτά είναι απόλυτα λογικά και αποδεκτά υπό μια προϋπόθεση: Όλες οι ΔΕΚΟ έπρεπε να διοικούνται κατά τον τρόπο, που θα οδηγούσε εκ μέρους τους, τόσο στην προσφορά των απαιτούμενων δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών σε τιμές το δυνατό χαμηλές, όσο και στη μείωση των αιώνιων ετήσιων διαχειριστικών τους ελλειμμάτων.
Είναι άραγε τόσο δύσκολη η επίτευξη αυτών των στόχων; Φυσικά όχι. Αν οι διοικητές των ΔΕΚΟ γνώριζαν το αντικείμενο της επιχείρησης, την ευθύνη της οποίας ανελάμβαναν, όπως και την τέχνη της Διοίκησης, τότε τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Θα είχαμε υψηλά κερδοφόρες, σύγχρονες  δημόσιες επιχειρήσεις, που δε θα αντιμετώπιζαν σήμερα την απειλή της ιδιωτικοποίησης.
Η πλειοψηφία των ελλειμματικών ΔΕΚΟ, σε συνδυασμό με την απουσία αντιστάσεων εκ μέρους της πολιτικής ηγεσίας, εύλογα συμπαρασύρουν στον Καιάδα των ιδιωτικοποιήσεων και τις κερδοφόρες δημόσιες επιχειρήσεις, εξέλιξη που δεν είναι τυχαία. 
Οι Δημόσιες επιχειρήσεις, λειτουργώντας σαν παραμάγαζα των γραφείων των βαρόνων της πολιτικής δεν λειτουργούν εδώ και δεκαετίες με ορθολογικό τρόπο. Γενικοί Διευθυντές ή Διευθύνοντες Σύμβουλοι, εν πολλοίς ανεπάγγελτοι, παιδιά του κομματικού σωλήνα, χωρίς τις απαραίτητες δεξιότητες, παίρνοντας απλά το «δακτυλίδι» της εξουσίας από τον πολιτικό τους μέντορα, αναλαμβάνουν εδώ και χρόνια τη διοίκησή τους.
Κεντρικός στόχος τους δεν ήταν η παροχή φθηνών δημοσίων αγαθών και η επίτευξη ενός ικανοποιητικού επίπεδου κέρδους, αλλά η εξυπηρέτηση της πολιτικής πελατείας του πολιτικού γραφείου που τους έθρεψε και τους ανέδειξε.
Έτσι, παρά το γεγονός ότι φθάσαμε στην τελευταία του κακού τη σκάλα, τα κριτήρια επιλογής μεγάλου μέρους των Διοικητών των ΔΕΚΟ δεν είχαν και εξακολουθούν μην έχουν, την παραμικρή σχέση με τα όσα πρόβλεπε η λογική του ξεχασμένου και πολύπαθου open gov.
Εγκάθετοι πολιτικών γραφείων που μοιράζουν το χρόνο τους ανάμεσα στην επιχείρηση που ανέλαβαν να διοικήσουν και το γραφείο του πολιτικού τους καθοδηγητή, εξασφαλίζουν ένα πανάκριβο χαρτζιλίκι για να ζήσουν!. Έτσι, οι δεκάδες ΔΕΚΟ μοιράζονται «δίκαια», ανάμεσα αρχηγικά στελέχη των κομμάτων και κυβερνήσεων, που ψάχνουν απεγνωσμένα να προσφέρουν ακόμη και σήμερα πολιτικά ρουσφέτια.
Ποιος νοιάστηκε για το τι παρήγαγε όλος αυτός ο συρφετός των αναποτελεσματικών στελεχών τόσα χρόνια, που αντιστέκεται σθεναρά σε κάθε ιδιωτικοποίηση; Ελάχιστοι τιμούν τη θέση που τους δόθηκε, καθώς διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα παραμένοντας σε δύσκολα πόστα, που δεν  προσελκύουν την προσοχή των γνωστών θαμώνων των πολιτικών γραφείων. Αυτοί δεν έχουν να φοβηθούν το παραμικρό από τις ιδιωτικοποιήσεις. Έχουν «ψηθεί» στην αγορά πριν αναλάβουν την όποια ΔΕΚΟ. Από την αγορά άρχισαν και εκεί θα συνεχίσουν.
Έτσι, εδώ που φθάσαμε το ερώτημα που εύλογα τίθεται είναι το εξής: Δεδομένου ότι η πολιτική ηγεσία αρνείται πεισματικά να εισάγει στις ΔΕΚΟ ένα άλλο τρόπο διοίκησης με επιστήμονες, που δεν ανήκουν στο περιβάλλον της πολιτικής τους πελατείας τι είναι προτιμότερο;
Να διοικούνται οι Δημόσιες επιχειρήσεις από τους γνωστούς «εκλεκτούς» των πολιτικών γραφείων των βαρόνων της πολιτικής ή από ιδιώτες η επιχειρηματική δράση των οποίων θα εποπτεύεται από το κράτος;
Δυστυχώς, οι υποκριτικά ένθερμοι υποστηριχτές –προς ίδιον όφελος– πολιτικοί μας του δημόσιου χαρακτήρα των ΔΕΚΟ, με τις επιλογές τους, τις οδήγησαν σε χρεοκοπία.
Οπότε απομένει η δεύτερη λύση, της ιδιωτικοποίησης, η οποία όμως οφείλει να ακολουθήσει κάποιους κανόνες σφιχτής εποπτείας, έτσι ώστε να μη βρεθούμε στο άλλο άκρο της ασυδοσίας των αγορών.
Ως προς τις τιμές πώλησης των ΔΕΚΟ, ας αναλογιστούν όσοι τις οδήγησαν στην άθλια κατάσταση που βρίσκονται, με την εγκληματική τους αδιαφορία ή εξυπηρετώντας συνειδητά συγκεκριμένες σκοπιμότητες,.     

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Η κρίση και η ελληνική οικογένεια.


Η οικονομική κρίση επέφερε σημαντικές ανατροπές στην αγορά εργασίας, στο εισόδημα των νοικοκυριών και στην καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών. Ο ιδιωτικός τομέας ο οποίος έχει υποστεί το βάρος της κρίσης με το 1,5 περίπου εκατομμύρια ανέργους, έχει επιφέρει και σημαντικές αλλαγές στην ελληνική οικογένεια. Εάν σε αυτή τη διαπίστωση προσθέσουμε και τη σημαντική μείωση των μισθών και των συντάξεων σε συνδυασμό με την υψηλή φορολόγηση το μείγμα γίνεται εκρηκτικό.

Η ελληνική αγορά εργασίας δεν περιορίζεται μόνο στην απώλεια των θέσεων εργασίας αλλά συγχρόνως παρουσιάζει και ποιοτική υποβάθμιση. Αυτή προέρχεται από τη μείωση των στελεχιακών θέσεων εργασίας, αλλά και από την ταυτόχρονη καθήλωση ή και μείωση αποδοχών των στελεχών. Η συνέπεια αυτής της κατάστασης έχει οδηγήσει αρκετά έμπειρα και αξιόλογα στελέχη σε αναζήτηση καλύτερων συνθηκών εργασίας στο εξωτερικό. Επίσης εξηγεί άμεσα και τη φυγή των νέων επιστημόνων για εύρεση εργασίας στο εξωτερικό απογυμνώνοντας τη χώρα από πολύτιμο εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό.

Η μείωση των εισοδημάτων σε μισθωτούς, συνταξιούχους έχει διαφοροποιήσει τον τρόπο λειτουργίας και δομής της ελληνικής οικογένειας. Η ανεργία έχει εξαναγκάσει αρκετούς νέους και νέες, να επανακάμψουν στην πατρική εστία εφόσον δεν δύνανται να συντηρούν δική τους κατοικία. Η ενδεχόμενη ανεργία του άνδρα  και η εργασία της συζύγου, η οποία και φέρνει το μοναδικό εισόδημα στο σπίτι, αλλάζει τις ισορροπίες και το οικονομικό οικογενειακό μοντέλο. Η ενδεχόμενη ανεργία αμφοτέρων των συζύγων δημιουργεί πλήρη οικονομική εξάρτηση από την πατρική οικογένεια και το αυτό ισχύει και για τα παιδιά που είναι άνεργα ή σπουδάζουν.

Η ελληνική πατρική οικογένεια έχει ενισχυθεί στις μέρες μας, γιατί αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο για κάθε έναν από εμάς που δεν έχει ή το εισόδημά του μειώνεται ώστε να μην μπορεί να αυτοσυντηρηθεί. Η συνοχή της ελληνικής οικογένειας είναι αυτή η οποία δεν επέτρεψε την κρίση να αγγίξει μέχρι σήμερα τον κοινωνικό ιστό αλλά και τη συνοχή της Ελλάδας ως χώρας. Και αν αυτό είναι αδιανόητο για κάποιο ξένο τεχνοκράτη, είναι πολύ φυσικό για έναν έλληνα πολίτη ο οποίος ποτέ δεν έκοψε τις γέφυρες επικοινωνίας του με την πατρική εστία.

Οι ισορροπίες στην ελληνική οικογένεια έχουν αλλάξει. Ο άνδρας που αποτελούσε τον κύριο στυλοβάτη της μέχρι σήμερα σε αρκετές περιπτώσεις λόγω της ανεργίας αισθάνεται ότι είναι παροπλισμένος χωρίς δουλειά αλλά και μη παραγωγικός στο σπίτι. Η γυναίκα όταν εργάζεται διαπιστώνει ότι η θέση της στην οικογένεια ισχυροποιείται και απαιτεί μια νέα κατανομή στις σπιτικές εργασίες. Η συστέγαση με την πατρική οικογένεια απαιτεί νέες ισορροπίες σε ένα σπίτι, όπου ζουν δύο οικογένειες με διαφορετική ηλικιακή αντίληψη των πραγμάτων γεγονός που απαιτεί νέους τρόπους συνεργασίας αλλά και διαβίωσης.

Η ελληνική οικογένεια είναι σφυρηλατημένη με τα ιδεώδη της ελληνικής φυλής: πατρίς, θρησκεία, οικογένεια. Με αυτά έχει ξεπεράσει πολλές κρίσεις στο παρελθόν και το ίδιο θα συμβεί και με την παρούσα. Οι όποιοι τεχνοκράτες οφείλουν να γνωρίζουν ότι η ελληνική οικογένεια δεν έχει «λίπος» αλλά «δεσμούς» σε αφθονία και με συνέχεια. Ακόμη και με τις νέες δομές αλλά και ισορροπίες της ελληνικής οικογένειας λόγω κρίσης, αυτή θα εξακολουθήσει να αποτελεί το φάρο που θα φωτίζει τις δύσκολές μέρες όλων μας μέχρι την έξοδο της χώρας από την κρίση.

ΛΑΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ


ΤΟΥ  ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ  ΡΑΦΤΟΠΟΥΛΟΥ, ΝΟΜΙΚΟΥ-ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΥ
  τ.  ΥΠΟΔΙΕΥΘΥΝΤΟΥ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

‘Όπως   και  σε όλο τον κόσμο, έτσι και στην Ελλάδα , ο θεσμός της δημιουργίας και λειτουργίας των λαϊκών αγορών επαινέθηκε, χειροκροτήθηκε από το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού που ανταποκρίθηκε  θετικά , πιστεύοντας ότι η αφθονία των προϊόντων  , η ποιότητά τους και η τιμή  θα ήταν ελκυστικοί παράγοντες  για την προτίμηση αυτών των αγορών.

Όμως,  επειδή όλα τα συστήματα και οι θεσμοί ,για να αποδώσουν, χρειάζονται και ανθρώπους με ήθος  και ικανότητες, οι πωλητές στις αγορές αυτές η  ακριβέστερα  ένα μέρος αυτών δεν συνειδητοποίησαν τις ευθύνες , εκτός από τα δικαιώματά τους, και αποφάσισαν να ενεργούν κατά τρόπο,  που θα τους επιτρέπει το εύκολο κέρδος , παράλληλα με τη δυσαρέσκεια του αγοραστικού κοινού.

Πιο αναλυτικά, μερικοί παραπλανούσαν τον κόσμο στη τιμή, την ποσότητα, την ποιότητα, την προέλευση , την έκδοση απόδειξης, την ιδιότητά τους.
Οι τιμές σε πολλά προϊόντα ήταν και είναι πιο ακριβές από τις αντίστοιχες των super markets, που ασφαλώς τα έξοδά τους είναι πολύ μεγαλύτερα.
Η  ποσότητα πολλές φορές είναι γνωστή μόνο στον πωλητή , με τον καταναλωτή να μην έχει σχέση  και οπτική επαφή με την ζυγαριά.
Η ποιότητα των ειδών που πουλιούνται αρκετές φορές είναι αμφισβητήσιμη.
Μερικά είδη βαφτίζονται ελληνικά χωρίς πράγματι να είναι.
Για την έκδοση απόδειξης απαιτείται επιμονή του αγοραστή μια και η υποχρέωση για αυτήν είναι μάλλον ανέκδοτο.
Υποτίθεται ότι στις λαϊκές αγορές διαθέτουν τα προϊόντα τους παραγωγοί , αλλά αυτό παραβιάζεται κατά κόρον, με πολλούς εμπόρους να κερδοσκοπούν εκεί.
Η απουσία εκπροσώπων του δήμου, στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκουν οι λαϊκές αγορές , είναι εμφανής.
Κανείς πελάτης δεν μπορεί να διαμαρτυρηθεί πουθενά , εισπράττει δε την ειρωνεία του πωλητή , όταν τολμήσει να  διεκδικήσει το δίκαιό του.
Επειδή οι διαπιστώσεις  στην Ελλάδα περισσεύουν και οι θεωρίες είναι και αυτές για φτηνή κατανάλωση, οι έντιμοι παραγωγοί είναι υποχρεωμένοι να αναλάβουν δράση, να προστατεύσουν το θείο δώρο που έχουν στα χέρια τους , να απομονώσουν τους παρείσακτους, να καταγγέλλουν κάθε παρανομία και να σέβονται τους καταναλωτές.-