Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015

Λύση ή Κρίση…

Οι περισσότεροι Έλληνες πολίτες, ζουν το τελευταίο χρονικό διάστημα, δραματικές αλλά και ιστορικές στιγμές της ιστορίας του Έθνους μας. Λαθεμένες πολιτικές, επιχειρηματικά και συντεχνιακά συμφέροντα, ελληνικά αλλά και ξένα λόμπυ, μας οδήγησαν στη σημερινή καταστροφική κυρίως οικονομική κατάσταση. Το παρελθόν όμως είναι γνωστό και κρίνεται θετικά ή αρνητικά, ενώ το μέλλον είναι εμφανές ότι διαμορφώνεται στις επόμενες ημέρες και αναμένεται να μας επηρεάσει ως χώρα για τα επόμενα χρόνια.
Η Ελληνική Κυβέρνηση εκλέχθηκε παρουσιάζοντας στο λαό ένα πρόγραμμα του οποίου οι βασικές κατευθύνσεις αφορούσαν την έξοδο από την ύφεση, την αποκατάσταση μισθών και συντάξεων, την επαναπρόσληψη των αδίκως απολυμένων, την αύξηση της συμμετοχής του Κράτους στον επιχειρηματικό τομέα και γενικότερα σε μία αριστερή στροφή της χώρας. Οι οικονομικοί ιθύνοντες της κυβερνητικής παράταξης είχαν κοστολογήσει και το ποσό που ήταν απαραίτητο ώστε να υλοποιηθεί το γνωστό ως «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης».
Η συγκυβέρνηση έφερε στην εξουσία δύο αντίθετες θεωρητικά πολιτικές παρατάξεις με κοινό όμως σημείο την ονομαζόμενη «αντιμνημονιακή πολιτική». Η αρχική προσέγγιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν θετική, σύντομα όμως αυτή άλλαξε όταν οι συντηρητικές επί το πλείστον κυβερνήσεις της Ευρώπης αντιλήφθηκαν. ότι η Ελληνική Κυβέρνηση επιζητούσε κυρίως πολιτική λύση. Η λύση αυτή απαιτούσε την αλλαγή της γενικότερης ευρωπαϊκής πολιτικής, γεγονός που ουσιαστικά τους ήταν αδύνατο και ίσως αδιανόητο να δεχθούν.
Η απειρία των στελεχών της νέας Ελληνικής Κυβέρνησης στα ευρωπαϊκά δρώμενα σε συνδυασμό με την αριστερή τους ιδεοληψία, ενάντια στην φιλελεύθερη τάση της ΕΕ, οδήγησαν σε ένα αδιέξοδο. Οι μεν Ευρωπαίοι παρουσιάζονται να επιζητούν τη συνέχιση των μνημονιακών πολιτικών και της λιτότητας, ώστε να συνεχίσουν τη χρηματοδότηση της χώρας. Ενώ η Ελληνική πλευρά ζητά «διευθέτηση» του χρέους και εμφανίζεται ως απρόθυμη σε μεταρρυθμίσεις και μειώσεις μισθών και συντάξεων, που είναι αντίθετες με το βασικό της πρόγραμμα και κατά της ύφεσης.
Σε όλα σχεδόν τα ΜΜΕ, οι Ευρωπαίοι φαίνεται να ζητούν την αξιολόγηση του υφισταμένου προγράμματος και την αποδοχή με συγκεκριμένους όρους ενός νέου «χρηματοδοτικού πρωτοκόλλου» για τα επόμενα χρόνια. Ο αντίλογος της Κυβέρνησης είναι ότι η πρόταση δεν οδηγεί εκτός της ύφεσης και παράλληλα δεν επιλύει το πρόβλημα της διευθέτησης του χρέους. Συμπερασματικά, σημειώνεται ότι το προτεινόμενο πρόγραμμα συνεχίζει την υφεσιακή γραμμή και δεν οδηγεί σε λύση αλλά σε επιδείνωση της όλης κατάστασης.
Η σκληρή γραμμή της Κυβέρνησης δεν φαίνεται να οδηγεί στην υποχώρηση των Ευρωπαίων, αλλά στη σκλήρυνση της στάσης τους και στη συνέχιση της εμμονής τους στη γνωστή υφεσιακή κατεύθυνση. Η αρνητική στάση της Ελληνικής πλευράς πιθανόν να οδηγήσει σε ρήξη με αποτέλεσμα την πιθανή «πτώχευση της χώρας», ενώ η συνέχεια θεωρείται από όλους αχαρτογράφητη. Είναι όμως βέβαιο ότι και οι δύο απόψεις οι οποίες προσφέρονται σήμερα ως επιλογές, δεν επιλύουν τα προβλήματα της χώρας.
Στην δημοκρατία αλλά και στην οικονομία δεν υπάρχουν αδιέξοδα αλλά λύσεις. Το πρόβλημα της Ελλάδας απαιτεί ίσως ένα ιδιαίτερο χειρισμό για την επίλυσή του. Αφενός ο λαός και η οικονομία εν γένει της χώρας, έχουν κουραστεί από τα έξη περίπου χρόνια της λιτότητας και της ύφεσης. Οι πολίτες, όσοι τα κατάφεραν μέχρι σήμερα στηρίχθηκαν στο θεσμό της οικογένειας και στις αποταμιεύσεις προηγουμένων ετών. Όσες επιχειρήσεις έχουν παραμείνει στη χώρα στηρίζονται κυρίως στην εξαγωγική τους δραστηριότητα.
 Αφετέρου όμως δεν υφίστανται μαγικές λύσεις. Η ιδιαιτερότητες της χώρας απαιτούν το σχεδιασμό ενός «εθνικού στρατηγικού σχεδίου» για την έξοδο από την κρίση το οποίο να υποστηρίζεται από όλες τις πολιτικές δυνάμεις που επιθυμούν την παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη. Ένα σχέδιο το οποίο θα αναλάβει να συγκεράσει την ανθρωπιστική κρίση με τις δημοσιονομικές απαιτήσεις και το δρόμο από την ύφεση στην ανάπτυξη. Είναι σαφές ότι αυτό δεν θα είναι εύκολο και απαιτεί θυσίες και παραχωρήσεις από όλες τις πλευρές.
Δυστυχώς η άποψη αυτή, που ίσως να αποτελεί και την ιδανική λύση, δεν βρίσκει ανάλογη ανταπόκριση από τις ελληνικές πολιτικές δυνάμεις. Η διαφορετικότητα του πολιτικού μας συστήματος και η δίψα για εξουσία δεν επιτρέπει τη σύγκληση των απόψεων για το μέλλον του τόπου. Είναι εμφανές  από τους διαξιφισμούς, τις αντιπαραθέσεις  στα τηλεοπτικά παράθυρα και τα άρθρα στα ΜΜΕ, ότι οι πολιτικοί μας δεν είναι έτοιμοι, αυτοί πρώτοι, να κάνουν τη μεγάλη υπέρβαση για την σωτηρία της χώρας και την έξοδο από την κρίση.
Ο λαός είναι και αυτός σαστισμένος από την υπερβολή των ΜΜΕ και τον καταιγισμό των ειδήσεων πολλές εκ των οποίων δεν γίνονται απόλυτα κατανοητές. Το πολιτικό σύστημα επίσης υποσχέθηκε διάφορες λύσεις των προβλημάτων των Ελλήνων πολιτών τις οποίες είναι αδύνατο να υλοποιήσει με τις υπάρχουσες συνθήκες  Πολλοί στήριξαν τις ελπίδες τους για ένα καλύτερο αύριο στην πολιτική αλλαγή, η οποία όμως μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να επιτύχει το αναμενόμενο αποτέλεσμα.
Ο χρόνος όμως αδιαμφισβήτητα δουλεύει σε βάρος μας. Η απραξία στην παραγωγή πολιτικής λύσης έχει πολλαπλάσιες επιπτώσεις, στους ανθρώπους, στην οικονομία και ιδιαίτερα στις επιχειρήσεις της χώρας. Τα αποτελέσματα είναι εμφανή με τη στασιμότητα της ανεργίας, την μετάβαση του νέου ανθρώπινου κεφαλαίου στο εξωτερικό, την ύφεση, την αφαίμαξη των καταθέσεων και τα λουκέτα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ο χρόνος  που οι πολιτικοί της χώρας έχουν για να σοβαρευτούν και να βρουν λύσεις έχει εξαντληθεί.
Η πρόταση η οποία αρχίζει να εμφανίζεται από τα ΜΜΕ ότι κερδίζει έδαφος σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας αναφέρεται στην παράταση του ισχύοντος προγράμματος για μερικούς μήνες. Παράλληλα θα ζητηθεί η ψήφιση ορισμένων νόμων και μεταρρυθμίσεων ήσσονος σημασίας από την ελληνική πλευρά, με αντάλλαγμα τη χρηματοδότηση εκ μέρους των δανειστών μας για την πληρωμή των τρεχουσών οφειλών μας προς αυτούς, ώστε να μην υπάρξει ουδεμία περίπτωση χρεωκοπίας ή πιστωτικού γεγονότος για την Ελλάδα.
Είναι αντιληπτό σε όλους ότι η άποψη αυτή αν επιλεχθεί απλώς κερδίζει χρόνο πριν την τελική λύση του ελληνικού ζητήματος. Η λύση στο Ελληνικό πρόβλημα απαιτεί βαθιές τομές και μεταρρυθμίσεις τόσο στο Δημόσιο όσο και στον Ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Αυτό όμως σημαίνει συγκρούσεις με πολύπλευρα συμφέροντα και νοοτροπίες ετών. Μέχρι σήμερα η πολιτική ελίτ του τόπου, δεν τόλμησε να έρθει σε ρήξη με τα συμφέροντα και δυστυχώς αρκετές φορές τα χρησιμοποίησε για μικροκομματικό πολιτικό όφελος.

Τελικά το ερώτημα πότε οι πολιτικοί θα κατανοήσουν την πραγματικότητα της κατάστασης εντός αλλά και εκτός της χώρας, πέρα από τις καθαρά κομματικές τους ιδεοληψίες θα βρει απάντηση; Το σαφές μήνυμα των προσφάτων εκλογών θα αποτελέσει κύριο σημείο της διαπραγματευτικής στρατηγικής; Οι προτάσεις όταν γίνονται είναι εφικτές, ρεαλιστικές και με αναπτυξιακό χαρακτήρα; Θα υπάρξει εν τέλει ενημέρωση για το τι ακριβώς συμβαίνει  και τι αποφασίστηκε; ή τελικά όλοι θα νικήσουν, αλλά ο λαός θα πληρώσει το λογαριασμό. 

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

Η έντιμη απόφαση…

Έχουν περάσει  σχεδόν πέντε μήνες από την 20η Φεβρουαρίου 2015  ημέρα κατά την οποία η Ελληνική Κυβέρνηση συμφώνησε με τους δανειστές μας  (ΕΕ,ΕΚΤ,ΔΝΤ) την παράταση του τρέχοντος προγράμματος μέχρι την 30η Ιουνίου 2015. Έκτοτε η πληροφόρηση  της  εξέλιξης την οποία λαμβάνουμε όλοι οι πολίτες έχει αφεθεί κυρίως σε διαρροές στα ΜΜΕ  και σε ορισμένα ανακοινωθέντα ή δηλώσεις επισήμων παραγόντων, από τη μια ή την άλλη πλευρά. Αυτό είναι σκόπιμο όσο η διαπραγμάτευση βρίσκεται στο στάδιο των συζητήσεων ώστε να μην αποκαλύπτονται τα επιχειρήματα και οι προθέσεις της κάθε πλευράς. Είναι όμως γεγονός ότι οι διαρροές παραποιούν τα πραγματικά περιστατικά, απλά αφενός για να διαπιστωθούν οι αντιδράσεις της κάθε πλευράς και αφετέρου για να αποτελέσουν σημείο πίεσης, ώστε να υποχωρήσουν οι απαιτήσεις ή οι αντιστάσεις των διαπραγματευομένων. Έτσι σήμερα μερικές ημέρες πριν από το κρίσιμο σημείο μηδέν, όπως αναφέρεται, ο Ελληνικός λαός θα πρέπει να ενημερωθεί για την επίτευξη ή όχι συμφωνίας.
Ασχέτως με την ψηφοφορία στη Βουλή των Ελλήνων, οι Έλληνες πολίτες πρέπει να ενημερωθούν πλήρως από την Κυβέρνησή τους για:
Τη «συμφωνία» η οποία επετεύχθη αλλά και το κόστος της. Δεν αναφέρομε τεχνοκρατικά στην παράθεση ορισμένων αριθμών και δεικτών, αλλά στο κόστος το οποίο θα έχει στην καθημερινή ζωή του κάθε πολίτη. Άρα θα πρέπει να γνωρίζουμε το ύψος της φορολογίας σε κινητή και ακίνητη περιουσία, τις περικοπές σε μισθούς, συντάξεις και επικουρικά και όλα αυτά με λεπτομέρειες, ώστε να καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Τη διαμόρφωση των εργασιακών, συνταξιοδοτικών και έμμεσων φόρων, καθώς και τη χρονική τους διάρκεια. Συμπερασματικά θα πρέπει να πληροφορηθούμε για το εργασιακό - φορολογικό σύστημα και το χρονικό διάστημα  για το οποίο θα ισχύσει μέχρι την αλλαγή του ή τροποποίησή του, καθώς και για το χρονοδιάγραμμα εξόδου από την ύφεση και την επάνοδο σε κανονικό επίπεδο λειτουργίας ενός δημοκρατικού και ανεξάρτητου ευρωπαϊκού κράτους.
Τη μη «συμφωνία» αλλά και το γιατί αυτή δεν επετεύχθη. Και στην περίπτωση αυτή δεν αναφέρομε στα τεχνοκρατικά κριτήρια αλλά στην καθημερινότητα των Ελλήνων Πολιτών. Οφείλουμε να γνωρίζουμε τις απαιτήσεις των δανειστών, τις εναλλακτικές προτάσεις ή και λύσεις οι οποίες δεν έγιναν αποδεκτές. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθούν και οι «κόκκινες γραμμές» της κάθε πλευράς αν βέβαια φυσικά υφίστανται. Σαφέστατα όμως θα πρέπει να παρουσιαστούν οι επιπτώσεις που θα υπάρξουν για τη χώρα και τους πολίτες της στην άμεση καθημερινή τους ζωή. Τι σημαίνει η μη πληρωμή των δόσεων προς την Ευρώπη αλλά και το ΔΝΤ, η πιθανή πτώχευση του Κράτους εντός ή και εκτός ευρώ. Αν επιστρέψουμε σε εθνικό νόμισμα τι αυτό θα σημαίνει για την καθημερινή ζωή των Ελλήνων Πολιτών και ιδιαίτερα την αναμενόμενη χρονική περίοδο ανάκαμψης της οικονομίας σε φυσιολογικά επίπεδα, όχι υποθετικά και αόριστα, αλλά με πραγματικές και ουσιαστικές παραδοχές.

Στην δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα, αλλά για να αποφασίσει ο «μέσος» πολίτης θα πρέπει να είναι ενημερωμένος, απλά και κατανοητά, χωρίς όλες εκείνες τις τεχνοκρατικές υπερβολές. Η ενημέρωση θα επιτρέψει τον κάθε πολίτη να αποδεχθεί ή να απορρίψει την επίτευξη ή όχι της συμφωνίας, ανεξάρτητα με την ψηφοφορία στη Βουλή και να κρίνει υποκειμενικά μεν αλλά με όλα τα απαραίτητα στοιχεία την απόφαση των εκπροσώπων του.