Το
ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό είναι από τα μεγαλύτερα προβλήματα, τα οποία καλείτε
να επιλύσει διαχρονικά η κάθε Κυβέρνηση. Για την κατανόησή του θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι υφίστανται
δύο εκ διαμέτρου αντίθετα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης. Είναι γνωστά ως ανταποδοτικό ( το οποίο οι περισσότεροι Έλληνες
νομίζουν ότι ισχύει σήμερα) και το αναδιανεμητικό ( το οποίο εφαρμόζεται πραγματικά στη χώρα).
Στο
ανταποδοτικό
σύστημα ισχύει ότι ο κάθε ασφαλισμένος (εργαζόμενος, επαγγελματίας, κ.ά.) πληρώνει
εισφορές σε ασφαλιστικό οργανισμό, ο οποίος μπορεί να είναι δημόσιος ή ιδιωτικός
και του οποίου η επιλογή ανήκει στον ίδιο τον εργαζόμενο ή στον εργοδότη του. Ο
ασφαλιστικός οργανισμός αποδέχεται τις εισφορές ως μακροπρόθεσμες καταθέσεις και
στη συνέχεια τις επενδύει με διάφορες τοποθετήσεις, οι οποίες, λόγω του μακροπρόθεσμου
χαρακτήρα τους εμφανίζουν ικανοποιητικές αποδόσεις. Είναι σύνηθες σε πολλές χώρες
όπου εφαρμόζεται το σύστημα αυτό, ο ασφαλισμένος να έχει τον κύριο λόγο
απόφασης στην όποια επενδυτική τοποθέτηση των εισφορών του από τον οργανισμό
στο εσωτερικό ή το εξωτερικό.
Στο
σύστημα αυτό ο ασφαλισμένος έχει τη δυνατότητα να σταματήσει να πληρώνει εισφορές
και να λαμβάνει σύνταξη σε ηλικία, η οποία είτε είναι προκαθορισμένη ή και ελεύθερη,
επηρεάζοντας όμως το ύψος της σύνταξης. Η ονομασία του συστήματος πηγάζει από
το γεγονός ότι το ύψος των συντάξιμων αποδοχών εξαρτάται μόνο από τις εισφορές
και επιλογές του ασφαλισμένου, ενώ το κράτος έχει μικρή επιρροή, αλλά και
συμμετοχή στην όλη διαδικασία. Το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα εμφανώς, ουδεμία
σχέση έχει με όλα αυτά, πλην μερικών ανεξάρτητων ονομαζόμενων και «ευγενών» ταμείων,
ελλειμματικών και μη (τραπεζών, ΔΕΚΟ, κ.ά.), τα οποία όμως μετά από ψήφιση σχετικής νομοθεσίας εντάχθησαν στο
ΙΚΑ.





