Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2016

Επιτέλους ένα σχέδιο…

Η Ελλάδα βασανίζεται επί έξη συνεχή χρόνια από την οικονομική ύφεση και την μερική εφαρμογή των μνημονίων, τα οποία έχουν εκπονήσει οι τεχνοκράτες των δανειστών. Έχει διαπιστωθεί, ακόμη και από τους ίδιους τους δανειστές μας, η αστοχία των προγραμμάτων τα οποία εφάρμοσαν στη χώρα μας. Η δικαιολογία την οποία χρησιμοποιούν κατά κόρον οι δανειστές μας είναι, ότι ποτέ δεν εφαρμόσαμε πλήρως και εγκαίρως τα συμφωνηθέντα και ότι πάντοτε το πολιτικό προσωπικό της χώρας προσπαθούσε με διάφορους τρόπους, αλλά και δικαιολογίες να αποφύγει την εφαρμογή μέτρων με εμφανές πολιτικό κόστος. Είναι όμως αυτό η πραγματική αιτία  της οικονομικής κρίσης ή υπάρχουν και άλλοι παράγοντες οι οποίοι δεν λήφθηκαν καθόλου υπόψη; Μήπως τελικά υπάρχει, όπως αναφέρουν αρκετοί οι οποίοι σχολιάζουν γενικά και ειδικά την οικονομία και την πολιτική, σχέδιο διαφόρων διεθνών κύκλων ώστε να «λεηλατήσουν» τον εθνικό πλούτο της Ελλάδας;
Οι αντιδράσεις διαφόρων κοινωνικών ομάδων και ιδιαίτερα των αγροτών απέδειξαν για μία ακόμη φορά, ότι η ελληνική κοινωνία εμφανίζεται όντως παντελώς ανημέρωτη για την πραγματική δημοσιοοικονομική κατάσταση της χώρας. Ουσιαστικά το Ελληνικό Κράτος έχει πτωχεύσει και διατηρεί τη δημόσια λειτουργία του με τα δανεικά κεφάλαια από το ΔΝΤ και την ΕΕ. Επιπρόσθετα με την υπερφορολόγηση έχει επιτύχει απλώς να καλύπτει μερικώς τις δαπάνες, οι οποίες αφορούν τη λειτουργία του. Οι μειώσεις των εισοδημάτων, αλλά και η υψηλή φορολογία αποτελούσαν την κατεύθυνση στην οποία οδήγησε τη χώρα ιδιαίτερα, η εμπειρία των τεχνοκρατών  του ΔΝΤ. Κανείς όμως δεν αναφέρθηκε στο αναμφισβήτητο γεγονός, ότι η εμπειρία τους αυτή πηγάζει από το δανεισμό σε ανεξάρτητες χώρες και όχι από αντίστοιχο σε χώρες οι οποίες ανήκουν σε οικονομική ένωση κρατών, η οποία από τις συνθήκες προσχώρησης περιορίζει τις δυνατότητες ελιγμών των χωρών-μελών της Ένωσης.
Το προτεινόμενο σχέδιο των δανειστών όντως οδηγεί στον φαύλο κύκλο, της περεταίρω μείωσης των εισοδημάτων των νοικοκυριών, του κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων και της απαξίωσης των περιουσιακών στοιχείων των ιδιωτών αλλά και του Δημοσίου. Η μείωση της χρηματιστηριακής αξίας των ελληνικών τραπεζών, για την ανακεφαλαιοποίηση των οποίων χρεώθηκε ο ελληνικός λαός ,αποτελεί το κλασσικό παράδειγμα. Στη κατάσταση την οποία είναι σήμερα η ελληνική οικονομία δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις. Η πολιτική ηγεσία οφείλει να προχωρήσει αναγκαστικά στην υλοποίηση των συμφωνηθέντων στόχων με το μνημόνιο του Αυγούστου 2015 έχοντας δύο εναλλακτικούς τρόπους. Στον πρώτο θα πρέπει να εφαρμόσει επακριβώς το σχέδιο των δανειστών με το όποιο πολιτικό και κοινωνικό κόστος και στον δεύτερο θα πρέπει να εμφανίσει άμεσα ένα διαφορετικό αξιόπιστο και ρεαλιστικό σχέδιο, το οποίο όμως θα επιτυγχάνει πλήρως τους συμφωνηθέντες στόχους.
Η παρούσα χρονική στιγμή είναι δύσκολη και επικίνδυνη για τη χώρα, ιδιαίτερα, αν στην οικονομική κρίση της χώρας προσθέσουμε και την μεταναστευτική- προσφυγική κρίση, της οποίας τα αποτελέσματα βιώνουμε άμεσα. Αξιόπιστες λύσεις και ειδικοί να τις εκπονήσουν και να τις εφαρμόσουν πάντοτε υπήρχαν, εκείνο το οποίο απουσιάζει μέχρι σήμερα είναι η βούληση του πολιτικού κόσμου της χώρας. Η πολιτική ηγεσία οφείλει να ενημερώσει πλήρως τον ελληνικό λαό για τα δημοσιονομικά και τα ζητούμενα, και όχι να κρύβεται πίσω από τις όποιες «απαιτήσεις» του κουαρτέτου των δανειστών. Επίσης πριν η όλη κατάσταση φθάσει στο σημείο εκείνο, όπου δεν θα υπάρχει πλέον καμία δυνατότητα να αποφευχθεί η πλήρης κοινωνική, οικονομική και πολιτική κατάρρευση της χώρας, οφείλει να επιλέξει με γνώμονα αποκλειστικά το εθνικό συμφέρον και συγχρόνως να εφαρμόσει κατάλληλους και δίκαιους κοινωνικά τρόπους υλοποίησης «του σχεδίου» εξόδου από την κρίση.

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

O ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

του Ευάγγελου Ραφτόπουλου
Στις δύσκολες περιόδους που τα κράτη περνούν , δοκιμάζεται η ομοψυχία του λαού τους, προεξαρχόντων όμως των ηγετών τους, πολιτικών, θρησκευτικών, όπως και των οικονομικών παραγόντων και της ακαδημαϊκής κοινότητας
Σύσσωμοι οι παραπάνω αποδεικνύουν το πατριωτισμό τους, την αυθεντικότητα των αξιών και των αρχών που διέπουν το κράτος τους, την υποβολή σε θυσίες που πρέπει να υποστούν, για να ξεπεράσουν τα πρόσκαιρα προβλήματα και να επανέλθουν στη φυσιολογική ροή της καθημερινότητας.
Δυστυχώς στη χώρα μας, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα, στις δύσκολες στιγμές της χώρας μας, όχι μόνο δεν υπάρχει ομοψυχία και ένωση, όπως και ταύτιση απόψεων, αλλά αντίθετα η διάσπαση είναι εμφανής, η διάθεση και η τάση προσπορισμού οφέλους προηγούνται της επίλυσης των προβλημάτων, οι πολιτικοί ταγοί συμφωνούν ότι διαφωνούν, οι θρησκευτικοί ηγέτες περιορίζονται σε ευχολόγια, οι επιστήμονες σιωπούν, οι οικονομικοί παράγοντες δε συμμετέχουν και ο λαός δεν αντιλαμβάνεται  τη κρισιμότητα της κατάστασης.
 Ένας σοβαρός λόγος που τα παραπάνω συμβαίνουν, είναι ότι οι πολιτικοί άρχοντες που κυριαρχούν στη ζωή μας, απεδείχθησαν ελάχιστοι, για να μπορέσουν να εμπνεύσουν, να καθοδηγήσουν, να αποτελέσουν λαμπρά παραδείγματα ήθους και αξίας, να  διατηρήσουν   τις παραδοσιακές αρχές της χώρας, τα ιδανικά και τα χαρακτηριστικά.
Από κοντά και οι πολίτες, με μεγάλη άνεση και ευχέρεια, στις ανώμαλες αυτές καταστάσεις, καιροφυλακτούν να ωφεληθούν, να συγκρατήσουν τα κεκτημένα, να επιδεινώσουν το κλίμα της αβεβαιότητας, να δημιουργήσουν επί πλέον προβλήματα. 
Πιο συγκεκριμένα, προκαλεί έκπληξη η έκρηξη διεκδικήσεων - και μάλιστα άκομψων και μη κοινωνικά αποδεκτών - από τάξεις προνομιούχες, σε βάρος ασθενέστερων, όπως οι άνεργοι, οι άστεγοι, οι μικρο-συνταξιούχοι, οι μετανάστες, οι πρόσφυγες.

Η κοινωνική συνοχή διαρρηγνύεται, οι τάξεις βάλλουν εναντίον εαυτών και αλλήλων, οι πολιτικοί αδυνατούν να επιβληθούν, η εκκλησία δεν βοηθά τη κατάσταση, η σύγχυση είναι αυτή που κυριαρχεί, ίσως στη πιο δύσκολη μεταπολεμικά περίοδο για τη χώρα μας, όπου οι μεγάλες Ευρωπαϊκές δυνάμεις έχουν το πρώτο λόγο στη λήψη αποφάσεων.
Κανείς δε γνωρίζει πότε θα λήξει αυτή η πολύ δύσκολη περίοδος για τη χώρα μας, ίσως σαν πιστοί Έλληνες ελπίζουμε σε ένα θαύμα.-

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Δεν υπάρχουν εύκολες αλλά έντιμες λύσεις…

Η Ελλάδα εμφανώς οδηγείται σε δρόμο χωρίς διέξοδο. Η οικονομία αν δεν ολοκληρωθεί εγκαίρως η αξιολόγηση με τους δανειστές και οι συνεχιζόμενες μεγάλες προσφυγικές – μεταναστευτικές ροές  επιτείνουν το πρόβλημα. Η υφεσιακή ροπή της οικονομίας εντείνει το κλίμα αβεβαιότητας ως προς την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, ενώ στο εσωτερικό ανεργία και ποικίλες αντιδράσεις φορέων, ομάδων και ατόμων δυναμιτίζουν το κλίμα.

Δυστυχώς έφθασε η ώρα της αλήθειας και όλοι το αντιλαμβάνονται, έστω και αν δεν το παραδέχονται ότι οι ψευδαισθήσεις τελείωσαν και έφτασε  πλέον η ώρα του λογαριασμού. Η έξοδος από την κρίση δεν θα είναι εύκολη υπόθεση και οι λύσεις τις οποίες απαιτεί θα είναι οδυνηρές για μεγάλο τμήμα των πολιτών αυτής της χώρας. Το τίμημα θα πληρωθεί δικαίως και αδίκως από όλους, άσχετα με τη συμμετοχή τους ή μη στο «φαγοπότι».
Στην οικονομία ο συνδυασμός των κινδύνων είναι πολλαπλός. Η αποεπένδυση απειλεί ήδη τη χώρα, η οποία σε συνδυασμό με την υπερφορολόγηση επιχειρήσεων και ιδιωτών, τη συνεχιζόμενη γραφειοκρατία ιδιαίτερα σε αδειοδοτήσεις και επενδύσεις, την έλλειψη ρευστότητας, τους περιορισμούς στην κίνηση των κεφαλαίων, την ανεπάρκεια υπηρεσιών από το κράτος και την ρευστή οικονομική πολιτική, υποσκάπτουν συθέμελα την οικονομία.
 Η χώρα εμφανίζεται έχει εμπλακεί στα γρανάζια μιας ατέρμονης πολιτικής διελκυστίνδας. Ομάδες πίεσης επιδιώκουν ίδια πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, τα αντικίνητρα στην οικονομία αφθονούν σε όλο το φάσμα της και οι διαδοχικές κυβερνήσεις  μέσω πράξεων ή και παραλείψεων συναινούν σε αυτά προς ίδιο πολιτικό όφελος. Η αδυναμία συνεννόησης  δημιούργησε μία νέα Βαβέλ στη βουλή αλλά και στη κοινωνία μία νέα Βαβυλωνία.
Η κατάσταση αυτή έχει ημερομηνία λήξης καθόσον οι αποταμιεύσεις αλλά και τα όποια πλεονάσματα των επιχειρήσεων όχι μόνο δεν επενδύονται στη χώρα, αλλά οδηγούνται στο εξωτερικό λόγω της απαλλοτρίωσης εισοδημάτων και του πλούτου, ο οποίος παράγεται κυρίως στον ιδιωτικό τομέα. Η ανεργία γιγαντώνεται, οι νέοι ξενιτεύονται, οι συνταξιούχοι υφίστανται φτωχοποίηση και οι εργαζόμενοι άσχημες εργασιακές συνθήκες.
Τα αντικίνητρα απασχόλησης στο ιδιωτικό και δημόσιο τομέα της οικονομίας αλλά και των ιδιωτικών επενδύσεων συσσωρεύονται, οδηγώντας τη χώρα σε μία οικονομία χαμηλής παραγωγικότητας, χαμηλών αμοιβών και σε ένα κράτος  μη λειτουργικό, ανήμπορο και αναποτελεσματικό. Οι δανειστές παράλληλα ζητούν την ολοκλήρωση των συμφωνηθέντων με το «μνημόνιο», το οποίο υπερψήφισε η Ελληνική Βουλή τον Αύγουστο του 2015.
Οι λύσεις για την επίτευξη των ποσοτικών στόχων που έχουν συμφωνηθεί δεν θα είναι εύκολες και θα απαιτήσουν περεταίρω θυσίες από τον λαό ο οποίος βασανίζεται  υφεσιακά επί έξη περίπου έτη. Οι σημερινές συνθήκες απαιτούν άμεσα τη συμφωνία των πολιτικών δυνάμεων οι οποίες υπερψήφισαν το τελευταίο μνημόνιο, σε κοινά αποδεκτό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και εξόδου από την κρίση, το οποίο να θέσουν στην κρίση του λαού.
Αν δεν υπάρξει κοινά αποδεκτή από όλους(!) συμφωνία για την εφαρμογή των όποιων επώδυνων αλλά  αναγκαίων μέτρων, η προοπτική για ένα καλύτερο αύριο θα συνεχίσει να αποτελεί όνειρο θερινής νύχτας. Οι δανειστές θα εξακολουθήσουν να απαιτούν όλο και περισσότερα και η χώρα θα κινδυνεύει να χάσει ακόμη και την υπόστασή της ως κράτος. Δεν υπάρχουν πλέον εύκολες λύσεις, αλλά εξακολουθούν και υπάρχουν έντιμες λύσεις.

Το ερώτημα το οποίο γεννάται είναι αν το υφιστάμενο πολιτικό προσωπικό μπορεί και θέλει να αναλάβει το κόστος μίας τέτοιου μεγέθους πολιτικής απόφασης (!).

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

Περί διαπραγμάτευσης…

Τα τελευταία χρόνια όλοι μας έχουμε εισέλθει στον αστερισμό των διαπραγματεύσεων. Είναι ίσως η πιο πολυσυζητημένη λέξη στο χώρο της ελληνικής πολιτικής σκηνής. Οι τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις την μετέτρεψαν σε ορόσημο, διότι γύρω από αυτή χτίστηκαν οι προεκλογικές εξαγγελίες των κομμάτων τα οποία διεκδικούσαν την εξουσία. Οι επικοινωνιολόγοι βρήκαν στην εκφορά της το κλειδί της επιτυχούς εκλογικής έκβασης καθώς ήταν προφανές ότι ο χειρισμός της, σε συνδυασμό με την αγωνία των πολιτών για το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, ξεπερνούσε πολιτικές παρατάξεις, ιδεολογίες και φιλοσοφίες.
Τι είναι ακριβώς η διαπραγμάτευση διότι πολλές φορές τείνουμε να χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας μία λέξη, όπως και το PSI, χωρίς όμως να έχουμε ουσιαστική αντίληψη της ερμηνείας της. Διαπραγμάτευση, είναι η διαδικασία λήψης κοινά αποδεκτών αποφάσεων από δύο ή και περισσότερα εμπλεκόμενα μέρη, τα οποία αρχικά είχαν διατυπώσει διαφορετικές απόψεις ή θέσεις σε συγκεκριμένο ζήτημα ή και ζητήματα. Η επιτυχής διαπραγμάτευση υφίσταται όταν τα δύο μέρη καταλήγουν σε συμβιβασμό της διαφοράς τους χωρίς να διαταράσσονται οι προσωπικές τους σχέσεις.
Στην περίπτωση της χώρας μας οι εμπλεκόμενοι στη διαπραγμάτευση είναι ισότιμες χώρες μέλη της ΕΕ σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές συνθήκες και το διεθνές δίκαιο. Είναι επίσης κοινά αποδεκτό ότι δεν αναφερόμαστε σε προσωπικές αλλά σε διεθνείς σχέσεις μεταξύ κρατών, οι οποίες έχουν καθοριστεί, διέπονται και ισχύουν υπό τους παραπάνω κανόνες δικαίου ώστε να εξυπηρετούν το κοινό συμφέρον των κρατών-μελών της ένωσης. Συγχρόνως η ιδέα της ΕΕ βασίζεται στην πολυμερή διακυβέρνηση και στην αντίστοιχη σταδιακή απεμπόληση του δικαιώματος της εθνικής κυριαρχίας των κρατών μελών της.
Εάν αναλύσουμε την πρόσφατη διαπραγματευτική τακτική της ελληνικής κυβέρνησης με το κουαρτέτο των δανειστών θα διαπιστώσουμε ότι αυτή εξακολουθεί να στηρίζεται στη δυνατότητα μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης να θέτει κόκκινες γραμμές. Αυτό μεν είναι επικοινωνιακό τέχνασμα αλλά δεν αποτελεί ουσιαστικά διαπραγμάτευση. Η αναφορά στη «μη περικοπή των κύριων συντάξεων» ή ακόμη ότι «οι συντάξεις έχουν μειωθεί αρκετά τα χρόνια των μνημονίων» δεν αποτελούν επιχειρήματα. Η απαντήσεις στα θέματα στα οποία οι δανειστές έχουν αντίθετη άποψη πρέπει να είναι τεκμηριωμένες.
Οφείλουμε να τονίσουμε ότι οι δανειστές παρεμβαίνουν όταν διαπιστώσουν ανυπαρξία στις κυβερνητικές προτάσεις. Ας μη ξεχνάμε ότι σε ένα Eurogroup (Μάρτιος 2015), ακόμη και η Κύπρος είχε συμφωνήσει πως οι ελληνικές προτάσεις προς τους εταίρους ήταν ασαφείς. Το παράδειγμα της Κύπρου είναι απολύτως διαφωτιστικό. Από την είσοδο τους στο μνημόνιο (Μάρτιος 2013), και μάλιστα με βίαιο τρόπο λόγω του κουρέματος, οι απλοί πολίτες και οι πολιτικοί, όλοι μαζί, έδειξαν απίστευτη αξιοπρέπεια και ενότητα, παρά τις διαφορές τους, εργάστηκαν ενωμένοι, χωρίς αντιδράσεις, για να σωθεί η χώρα τους.
Η διαπραγμάτευση με τους δανειστές μας εξαντλείται στον τρόπο εξειδίκευσης των μέτρων τα οποία απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων του μνημονίου που είναι ψηφισμένος νόμος του κράτους.  Αναμφισβήτητα οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις ποτέ δεν προχώρησαν διαχρονικά στην υλοποίηση των συμφωνηθέντων (πχ. μεταρρυθμίσεων, κ.ά.) από τις δανειακές συμφωνίες, αρνούμενες να αποδεχθούν το πολιτικό κόστος το οποίο και μετέτεθαν στους δανειστές. Το αν υπήρχαν επιπρόσθετοι περιορισμοί λόγω της κρίσης ή των συμφωνιών τις οποίες απεδέχθησαν  οι προηγούμενοι, είναι μεν θέμα ουσίας αλλά όχι διαπραγμάτευσης.

Η διαπραγμάτευση απαιτεί επίμονο ολοκληρωμένο έργο με ποσοτικοποιημένα στοιχεία τα οποία αποτελούν και το διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Στις προτάσεις των δανειστών μας πρέπει να υπάρχουν ουσιαστικές απαντήσεις και ρεαλιστικές αντιπροτάσεις. Η πρώτη φορά κατά την οποία η ελληνική κυβέρνηση έκανε εμπεριστατωμένες προτάσεις, έγινε με τη βοήθεια των Γάλλων. Οι δανειστές ζητούν να είμαστε συνεπείς στις υποχρεώσεις μας και εμείς θέλουμε ένα αποτελεσματικό κράτος, το οποίο θα μας οδηγήσει επιτυχώς έξω από φαύλο κύκλο της κρίσης. Τελικά σε όρους καθαρά διαπραγμάτευσης, οι διαφορές μας είναι ελάχιστες.

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

Η τραγωδία του ασφαλιστικού και φορολογικού…

Είναι γεγονός ότι η συντήρηση της λειτουργίας ενός σύγχρονου κράτους βασίζεται κυρίως στους φόρους. Σε μία χώρα σε ουσιαστική πτώχευση οι εισφορές και οι φόροι αποτελούν σταθερή πηγή εσόδων για το Κράτος, εκτός βέβαια από την αξιοποίηση(!) της δημόσιας περιουσίας του. Στη χώρα μας η εφαρμογή των παραπάνω αποτελεί διαχρονικά την πλέον προσφιλή μέθοδο για τους κυβερνώντες αλλά και για τους δανειστές. Η μείωση του ΑΕΠ της χώρας, άρα και των εισοδημάτων αντισταθμίζεται με αύξηση της ασφαλιστικής και φορολογικής κλίμακας(!).
Η νέα φορολογική κλίμακα την οποία παρέδωσε πρόσφατα στους θεσμούς (κουαρτέτο) το οικονομικό επιτελείο, προς έγκριση, φέρνει ανατροπές και μετατοπίσεις φορολογικού βάρους για όλους σχεδόν τους φορολογούμενους. Οι προτάσεις αυτές οι οποίες αναμένεται σύντομα να οριστικοποιηθούν μετά από διαπραγμάτευση με τους θεσμούς, σύμφωνα με τις διαρρέουσες πληροφορίες, έχουν ως στόχο να φέρουν στα κρατικά ταμεία πρόσθετα φορολογικά έσοδα σε μόνιμη βάση τουλάχιστον 380 εκατομμυρίων ευρώ.
Αν το χαράτσι 20% στις ασφαλιστικές εισφορές ξεσήκωσε αρκετούς, τι θα συμβεί με   την προοδευτική αύξηση της φορολογικής κλίμακας έως και το 50% του εισοδήματος. Είναι αποδεκτό από την πλειοψηφία των πολιτικών παρατάξεων οι οποίες ψήφισαν τη δανειακή συμφωνία (τρίτο μνημόνιο), ότι η χώρα οφείλει την τήρησή της και ιδιαιτέρως με την αποδοχή των ποσοτικών στόχων της. Δυστυχώς η σκληρή(!) διαπραγμάτευση για την οποία ομιλούν μάλλον αφορά αποκλειστικά και μόνο την επιλογή των κοινωνικών - οικονομικών ομάδων οι οποίες θα πληρώσουν το τίμημα.
Οι δεσμεύσεις τις οποίες έχει αναλάβει η χώρα με τη τελευταία δανειακή συμφωνία είναι δυσβάστακτες και απειλούν με εξόντωση (φτωχοποίηση) μεγάλα κοινωνικά στρώματα. Η συμφωνηθείσα μείωση της δαπάνης για τις συντάξεις στο 1% του ΑΕΠ περί τα 1,8 δις ευρώ είναι αδιαπραγμάτευτη. Αυτό το οποίο είναι διαπραγματεύσιμο είναι αν αυτή θα γίνει με μείωση των συντάξεων ή θα εξευρεθούν πόροι(!) από άλλες πηγές. Έτσι προτάθηκαν η μείωση των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων, η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών, των φόρων και τα άλλα γνωστά μέτρα ως αντιστάθμισμα.
Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η χώρα για να ξεφύγει από την αρνητική πορεία της  χρειάζεται επενδύσεις, οι οποίες θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας (εισόδημα -πλούτο) και θα φέρουν την πολυπόθητη ανάπτυξη. Είναι επίσης γνωστό ότι οι ξένες (άμεσες) επενδύσεις δεν επαρκούν γι’ αυτό και έτσι απαιτείται να στηριχθεί ο εγχώριος τομέας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Τα νέα προτεινόμενα ασφαλιστικά και φορολογικά μέτρα όμως στραγγαλίζουν την επιχειρηματικότητα, μειώνουν το εισόδημα και εφόσον αυτά υιοθετηθούν τελικά θα επιφέρουν το αντίθετο αποτέλεσμα.
Η ανασυγκρότηση της χώρας δεν αντέχει σε περεταίρω πολιτικούς θεατρινισμούς, αναβολές και οικονομικές αστοχίες. Η ύπαρξη και η άμεση εφαρμογή ενός εθνικού σχεδίου εξόδου από την κρίση είναι σήμερα αναγκαία όσο ποτέ. Όσοι προσδοκούν ότι με τα νέα ασφαλιστικά, φορολογικά μέτρα και με την περεταίρω μείωση του εισοδήματος μεγάλων κοινωνικών ομάδων της χώρας θα το επιτύχουν, πλανώνται οικτρά. Η χώρα χρειάζεται εθνικό αναπτυξιακό σχέδιο(!) αποδεκτό από την πλειοψηφία του λαού, διαφορετικά θα πρωταγωνιστήσουμε (οι περισσότεροι) σε μία νέα ελληνική τραγωδία.

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Η αναδιανομή του πλούτου…

«Χρησιμοποιείτε τη γλώσσα των Αμερικανών Ρεπουμπλικάνων, όταν θεωρείτε την αναδιανομή ταξικό μίσος» είπε ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος, απαντώντας από το βήμα της Βουλής στις αναφορές του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κυριάκου Μητσοτάκη για το νέο Ασφαλιστικό. Στο «πρόγραμμα της αναδιανομής» θα αποτελέσει ένα από τα  όπλα της κυβερνητικής επικοινωνίας, με στόχο να προετοιμάσει την ελληνική κοινωνία να αποδεχθεί την καταιγίδα από τις αυξήσεις της  φορολογίας, των ασφαλιστικών και λοιπών εισφορών, αλλά και τις περεταίρω μειώσεις των συντάξεων και εφάπαξ όπως αυτές έχουν συμφωνηθεί ποσοτικά με τρίτο μνημόνιο (συμφωνία) του Αυγούστου.
Αυτό το οποίο δεν έχει ξεκαθαρισθεί, ίσως σκόπιμα, είναι εάν ο Ελληνικός μισθός, το ημερομίσθιο και οι συντάξεις θα ανταγωνίζονται τα αντίστοιχα μεγέθη σε Βουλγαρία και Σκόπια (ΠΓΔΜ). Ασαφές είναι επίσης, το τι θεωρούν στην Κυβέρνηση ως πλούτο και το πώς θα δημιουργήσουν νέο πλούτο στην χώρα, για να τον αναδιανέμουν στη συνέχεια. Η αναδιανομή πλούτου, ως γνωστόν, γίνεται μόνο όταν παράγεται νέος πλούτος. Στην Ελλάδα σήμερα οι εφαρμοζόμενες οικονομικές πολιτικές, σε συνδυασμό με τις υψηλές εισφορές και όλα τα φοροεισπρακτικά μέτρα, αποδεικνύουν σύμφωνα με τα επισήμως δημοσιευμένα οικονομικά στοιχεία (ΤτΕ), ότι δεν αναμένεται τουλάχιστον στο προσεχές μέλλον να παραχθεί πλούτος, ώστε αυτός να διανεμηθεί.
Η ελληνική οικονομία, έχει μετατραπεί σε τοξικό οικονομικό κοκτέιλ έτοιμο να εκραγεί. Οι περίπου 2,8 εκατομμύρια εργαζόμενοι της παραγωγικής ιδιωτικής οικονομίας φορολογούνται για να συντηρούν  τα 1,2 εκατομμύρια δημοσίους υπαλλήλους (με ΔΕΚΟ, Οργανισμούς, συμβούλους κλπ.), τα 3 εκατομμύρια συνταξιούχους, το 1,5 εκατομμύριο ανέργους και φυσικά την οικογένειά τους! Παράλληλα η συνεχιζόμενη ύφεση και η υψηλή ανεργία, ως συνέπειες της υπερφορολόγησης για τη διατήρηση ενός υδροκέφαλου κράτους και αρκετών μη χρήσιμων ΔΕΚΟ – Οργανισμών, αλλά και για τη διατήρηση των υψηλών αμοιβών σε «προνομιούχους», αποτελούν βασική αιτία δημιουργίας των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο και των κόκκινων δανείων.
Σύμφωνα  με στοιχεία ( Credit Suisse), το 1% των Ελλήνων το οποίο αποτελεί τη σκληρή οικονομική ελίτ της χώρας, αύξησε τον πλούτο του μέσα στα χρόνια της κρίσης, από το 47% προ κρίσης, στο 56,1% σήμερα. Ταυτόχρονα η πλειοψηφία των μεσαίων αλλά και κατώτερων οικονομικά νοικοκυριών της χώρας, έχασαν μεγάλο μέρος των περιουσιών και των μετρητών τους, ενώ ταυτόχρονα χρεώθηκαν για πολλές μελλοντικές γενιές. Ο πλούτος στην κρίση δεν χάνεται, δεν καταστρέφεται, απλά αλλάζει ιδιοκτήτες. Αν η αναδιανομή του πλούτου θα στηρίζεται, σε περεταίρω φτωχοποίηση μεσαίων στρωμάτων του ελληνικού λαού και όχι στην παραγωγή νέου πλούτου μέσω της οικονομικής ανάπτυξης, τότε η συνεχιζόμενη οικονομική συρρίκνωση των εισοδημάτων θα συνθλίψει την ελληνική κοινωνία με ασύμμετρες συνέπειες.
Τέλος θα πρέπει να συνδυάσουμε τα οικονομικά στοιχεία και τις διαπιστώσεις των διεθνών οργανισμών, με τις συμβουλές των διακεκριμένων Ελλήνων  (επιστημόνων, τεχνοκρατών, κλπ.), οι οποίοι από την αρχή της κρίσης και κατά τη διάρκεια της, ενώ βγάζουν κραυγές αγωνίας δεν εισακούγονται και συχνά χλευάζονται. Σήμερα απαιτείται η ριζική αλλαγή της νοοτροπίας (πολύ δύσκολο) για όλους τους Έλληνες και ένα εμπνευσμένο ρεαλιστικό οικονομικό πρόγραμμα (εφικτό), εξόδου από τον φαύλο κύκλο της οικονομικής κρίσης. Ο συνδυασμός των δύο αυτών παραμέτρων μπορεί να δώσει την ελπίδα, την προοπτική και την ώθηση για τη εκ νέου δημιουργία πλούτου στη χώρα ώστε αυτός να αναδιανεμηθεί. Και το ερώτημα το οποίο πιθανόν να γεννηθεί είναι: Αν όλα τα παραπάνω είναι δυνατόν να επιτευχθούν στην Ελλάδα του σήμερα; Όσο για την τελική απάντηση: το προσεχές μέλλον θα μας τη δείξει!