Ο Δημητράκης είναι κάποιος από
εμάς. Δημόσιος υπάλληλος, οικογενειάρχης με δύο παιδιά (αγόρι-κορίτσι),
πτυχιούχος της Παντείου και λάτρης των βιβλίων. Η ζωή του ακολουθούσε τη γνωστή
ρουτίνα δουλειά – σπίτι και μία έξοδο την εβδομάδα με φίλους. Οικονομικά ο
μισθός και τα εισοδήματα από κάποια ακίνητα της συζύγου του επέτρεπαν να
καλύπτει τις υποχρεώσεις του από ένα δάνειο, τους λογαριασμούς του σπιτιού, τα
έξοδα αυτοκινήτου και το κόστος των
σπουδών των δύο παιδιών του στο Πανεπιστήμιο. Πολιτικά συντηρητικός ο
Δημητράκης διάβαζε την εφημερίδα του, έπινε το καφεδάκι του και σχολίαζε τα
αναφερόμενα στα δελτία ειδήσεων των διαφόρων μέσων μαζικής επικοινωνίας
Ξαφνικά όλα άλλαξαν. Η χώρα
βρέθηκε σε ύφεση και ο μισθός του ελαττώθηκε, τα ακίνητα της συζύγου δεν προσέφεραν
στο οικογενειακό εισόδημα και η φορολογία αυξήθηκε τόσο, ώστε να προκαλεί
σημαντικά προβλήματα στον ήδη με μειωμένα έσοδα οικογενειακό προϋπολογισμό. Ο
Δημητράκης ως καλός οικογενειάρχης άρχισε τις περικοπές ώστε να είναι δυνατός ο
ισοσκελισμός των εσόδων με τα έξοδα. Περιορίστηκαν οι αγορές ακόμη και των
ειδών διατροφής και περικόπηκαν οι έξοδοι με φίλους και κατέληξαν σε ένα απλό καφέ σε συνδυασμό με την περικοπή
του «χαρτζιλικιού» προς τα τέκνα. Η αφαίρεση ποσών από τις αποταμιεύσεις ετών
ήρθε στο τέλος, για να συμπληρώσει την εικόνα του πάζλ.
Ο Δημητράκης μεταμορφώθηκε
ξαφνικά από ένα ζωντανό και δραστήριο άτομο σε «άνθρωπο του καναπέ». Εργασία,
σπίτι, ύπνος και ως κύρια διασκέδαση η τηλεόραση με τα διάφορα προγράμματα και τις
ειδήσεις. Η καθημερινή ροή των ειδήσεων, το κλείσιμο των επιχειρήσεων, η
ανεργία, τα μέτρα τα οποία ψήφιζε η Βουλή, η υψηλή φορολογία και τέλος η
στέρηση διεξόδου, τον καθήλωναν καθημερινά στον καναπέ με την ευχή να μπορέσει
να ξεπεράσει την κρίση, η οποία όπως μετέδιδαν στις τηλεοπτικές ειδήσεις και
εκπομπές τελείωνε οσονούπω. Αλλά η κρίση και οι μειώσεις εισοδήματος
συνεχίζονταν, τα παιδιά του ήταν πλέον σίγουρο ότι δεν θα έβρισκαν εργασία στη
χώρα και το αδιέξοδο εμφανιζόταν.
Το τελειωτικό κτύπημα του ήρθε
ένα βράδυ όταν καθόταν στον καναπέ και άκουσε στις ειδήσεις, ότι ο οργανισμός
στον οποίον εργαζόταν επί τριάντα έτη επρόκειτο να καταργηθεί και ο ίδιος μαζί
με τους συναδέλφους του θα μεταφέρονταν σε καθεστώς «κινητικότητας». Το κυρίεψε
η αγωνία για το αύριο και την επόμενη μέρα βρέθηκε στην πορεία μαζί με τους συναδέλφους
του και άλλους εργαζόμενους οι οποίοι διαμαρτύρονταν για τα κυβερνητικά μέτρα.
Ακολούθησαν πλήθος διαμαρτυριών με τον Δημητράκη στην πρώτη γραμμή μαζί με πολλούς
εργαζόμενους και άνεργους μέχρι την ημέρα που του κοινοποιήθηκε εγγράφως η
απόλυση και η μετάβασή του σε καθεστώς «κινητικότητας».
Μέσα στο επόμενο τρίμηνο η ζωή
του Δημητράκη είχε μετατραπεί σε κόλαση. Οι αποδοχές του έφθαναν το 70% του βασικού
του μισθού, οι φορολογικές υποχρεώσεις αυξάνονταν και μόνο η τράπεζα δέχθηκε τη
ρύθμιση του δανείου αλλά με εγγραφή υποθήκης στο σπίτι του. Τα τέκνα του
τελείωσαν τις πανεπιστημιακές τους σπουδές και ο μεν υιός υπηρετούσε τη
στρατιωτική του θητεία, η δε κόρη εργαζόταν ως σερβιτόρα σε μία καφετέρια με χαμηλό
ημερομίσθιο. Αμφότερα ζητούσαν να συνεχίσουν μεταπτυχιακές σπουδές στο
εξωτερικό, ενώ ο ίδιος ήξερε ότι του ήταν αδύνατο να τα στηρίξει οικονομικά και
παράλληλα η ακίνητη περιουσία της συζύγου είχε μετατραπεί σε φορολογικό βαρίδιο
για την οικογένεια.
Η περίοδος αυτή ήταν ιδιαίτερα
δύσκολη με τον ίδιο να προσπαθεί να επαναπροσληφθεί σε κάποιο οργανισμό μέσω της
κινητικότητας, τη σύζυγο να φοβάται για την περιουσία της και τα δύο τέκνα στο σπίτι να συζητούν έντονα καθημερινά για το
αβέβαιο μέλλον τους και τις μικρές πιθανότητες να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Ξαφνικά
και πάλι όλα άλλαξαν, ο ίδιος προσελήφθηκε σε οργανισμό της τοπικής
αυτοδιοίκησης, αλλά με αρκετά μειωμένες αποδοχές, τα ακίνητα ενοικιάστηκαν και
άρχισαν να βελτιώνουν έστω και ελάχιστα τα έσοδα ο δε γιός βρήκε απασχόληση. Η
ζωή του φίλου μας συνεχίστηκε στην ίδια ρουτίνα εργασία – σπίτι με ως κύρια
διασκέδαση η τηλεόραση απέναντι από τον καναπέ.
Ο Δημητράκης άρχισε να οργανώνει
πλέον ξανά τη ζωή του. Παρέδωσε τις πινακίδες του αυτοκινήτου, άλλωστε η χρήση
του είχε περιοριστεί σημαντικά, η σύζυγος φρόντιζε την ικανοποίηση των αναγκών
τροφής από τις λαϊκές, η κόρη εργαζόταν τη νύκτα και μαζί με τον γιό κέρδιζαν το
μηνιαίο «χαρτζιλίκι» χωρίς επιβάρυνση της οικογένειας. Οι έξοδοι περιορίστηκαν στους
αναγκαίους, το ίδιο τα δώρα και τα λοιπά έξοδα και η ζωή αν και μίζερη ελαφρώς
πήρε το δρόμο της. Υπήρξε μόνο μια διαφορά, τις ελεύθερες ώρες, στον καναπέ
καθόταν πλέον όλη η οικογένεια για να παρακολουθήσει προγράμματα και ειδήσεις
και να αναμένει τον από «μηχανής θεό» να
σώσει τη χώρα και τους κατοίκους της.
Η ιστορία μας είναι λίγο ή πολύ
συνηθισμένη στις περισσότερες ελληνικές οικογένειες του σήμερα. Αποδεικνύει τον
εφησυχασμό τον οποίο αναδεικνύουμε, όταν κατά κάποιο τρόπο είμαστε σε θέση να
ελέγχουμε τον οικογενειακό μας προϋπολογισμό. Αν αυτό διαταραχτεί τότε, οι άλλοτε ειρηνικοί οικογενειάρχες ξεσηκώνονται
και ενώνονται με τους άλλους για να διεκδικήσουν το δίκιο τους. Σε κάθε άλλη
περίπτωση οι περισσότεροι γίνονται φιλήσυχοι αγαθοί πολίτες οι οποίοι
πληροφορούνται, κρίνουν ή επικρίνουν, αλλά συγχρόνως νομίζουν ότι διεκδικούν τα
δίκαιά αιτήματά τους, μέσα από την ασφαλή θαλπωρή του σπιτιού τους με την άνεση
και την ευκολία των «ανθρώπων του καναπέ».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου