Οι απόψεις για το τι
ψηφίζουμε στις προσεχείς εκλογές είναι ταυτόχρονα πολλές
και διάφορες, ανάλογα με την κατεύθυνση την οποία επιθυμεί αλλά και συγχρόνως
μας επικοινωνεί η κάθε πολιτική παράταξη.
Το θέμα όμως είναι σήμερα περισσότερο από
κάθε άλλη εκλογική αναμέτρηση σημαντικό γιατί με την ψήφο των πολιτών θα
καθοριστεί η πορεία της χώρας για τα επόμενα χρόνια
και όχι μόνο.
Άρα το διακύβευμα των εκλογών είναι η
μορφή της πολιτικής (ή
και εθνικό σχέδιο) διακυβέρνησης με την οποία θα
προχωρήσει στη συνέχεια η χώρα και επίσης σημαντικό είναι ποια θα
είναι τα άτομα (βουλευτές, στελέχη, κ.α.) τα οποία θα την εφαρμόσουν.
Οι παράγοντες (πολιτικοί,
νομικοί και οικονομικοί), οι οποίοι επηρεάζουν ή ακόμη και διαμορφώνουν τις
πολιτικές και τη διακυβέρνηση, είναι πολλοί οι σπουδαιότεροι από αυτούς
σχολιάζονται στη συνέχεια.
- Σύμφωνα με το Συνταγματικό Δίκαιο «το κράτος» ως υποκείμενο δικαίου ή νομικό πρόσωπο, δεσμεύεται για τους κανόνες που εκείνο θεσπίζει, ενώ με το σαφή διαχωρισμό της βούλησης του Κράτους από την αντίστοιχη των κρατικών λειτουργών του (ως φυσικών προσώπων), αποπροσωποποιείται η άσκηση της κρατικής εξουσίας και διασφαλίζεται η συνέχεια του κράτους, ακόμη και σε περίπτωση αλλαγής του πολιτεύματος ή των φυσικών προσώπων τα οποία το εκπροσωπούν.
- Ο όρος «διεθνής σύμβαση» χρησιμοποιείται για να καταδείξει ένα διεθνές συμβατικό μέσο - πράξη, μια γραπτή ή ακόμη και προφορική σύμπτωση βουλήσεων μεταξύ ενός ή περισσοτέρων κρατών ή οργανώσεως κρατών με στόχο τη δημιουργία νομικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δεσμευτικών για όλα τα μέρη που υπογράφουν (ή ακόμη και υπόσχονται).
- Με τον όρο μνημόνιο, εννοούμε την «έκθεση» με ειδική αναφορά σε συγκεκριμένη υπόθεση (πχ. συγκεκριμένη διεθνής σύμβαση). Το μνημόνιο είναι επίσημο διπλωματικό έγγραφο, μέσω του οποίου είτε ανταλλάσσονται απόψεις ή εντοπίζονται θέματα για διμερείς ή πολυμερείς διεθνείς συμβάσεις, μεταξύ κυβερνήσεων αλλά και μεταξύ διεθνών οργανισμών και κυβερνήσεων. Τα τρία γνωστά ελληνικά μνημόνια προέβλεπαν σημαντικές μεταρρυθμίσεις με κύριο στόχο να σταματήσει η παραγωγή δημοσιονομικών ελλειμμάτων, να παραχθούν πρωτογενή πλεονάσματα και να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα της χώρας. Η Ελλάδα ολοκλήρωσε τον μεγαλύτερο αριθμό από αυτές τις μεταρρυθμίσεις, αλλά αρκετές έγιναν με έναν «στρεβλό τρόπο», όπως η μείωση των μισθών, για να ικανοποιηθούν τα διάφορα «συμφέροντα».
- Αμέτρητες είναι οι διαρθρωτικές παρεμβάσεις (μεταρρυθμίσεις) που εκκρεμούν και έχουν μαζευτεί εξ αναβολής ακόμη και από την αρχή του πρώτου μνημονίου. Πολλές από αυτές δεν έγιναν λόγω αντιδράσεων, άλλες αντιμετώπισαν τεχνικές δυσκολίες και άλλες συνδέονται με νόμους που ψηφίστηκαν μεν αλλά δεν εφαρμόστηκαν ακόμη πλήρως. Εξέχουσα θέση έχουν οι παρεμβάσεις του ΟΟΣΑ στις αγορές, οι οποίες για κάποιους θεωρούνται και το κλειδί για να ανοίξει ο δρόμος προς μία συμφωνία καταβολής των δόσεων, αλλά και της ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία.
- Οι εφαρμοστικοί νόμοι αφορούν τη νομοθεσία (το σύνολο νόμων και των διατάξεων) η οποία ψηφίστηκε από την Ελληνική Βουλή, σε εφαρμογή των συμφωνιών του Ελληνικού Κράτους με τους δανειστές του, μέσω των διαφόρων μνημονίων τα οποία αποτελούσαν «συνοδευτικές εκθέσεις» των δανειακών συμβάσεων (διεθνείς συμβάσεις) με τους δανειστές μας ΕΚΤ, ΔΝΤ, ΕΕ (την ονομαζόμενη τρόικα).
- Η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας (στην 81η θέση φέτος –μεταξύ 144 χωρών– από την 91η πέρυσι -2013), οφείλεται στην «ελαστικοποίηση» των εργασιακών σχέσεων και στο σταδιακό άνοιγμα ορισμένων αγορών. Αντιθέτως η διαφθορά στη δημόσια διοίκηση, η έλλειψη διαφάνειας, η φειδώ στη χορήγηση δανείων από το τραπεζικό σύστημα, τα εμπόδια στις άμεσες ξένες επενδύσεις καθώς και η αναποτελεσματικότητα του κράτους καθιστούν την ελληνική οικονομία όχι ιδιαιτέρως ανταγωνιστική. Επισημαίνεται ότι παρά το γεγονός ότι διανύσαμε ήδη έξι χρόνια ύφεσης, το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας δεν έχει ακόμη εξελιχθεί από κυρίως καταναλωτικό σε κυρίως παραγωγικό.
- Στη διάρκεια της κρίσης η φορολογία εν γένει στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 2,6% του ΑΕΠ επισημαίνει σε έκθεσή του ο ΟΟΣΑ, εξηγώντας με τον τρόπο του γιατί τα ελληνικά νοικοκυριά έχουν υποστεί «αφαίμαξη» πόρων. Αν και όπως αναφέρει στη συνέχεια, αυτή εξακολουθεί να παραμένει μικρότερη από το μέσο όρο των χωρών-μελών του Οργανισμού. Ωστόσο η έκθεση δεν εξετάζει το ζήτημα ανταποδοτικότητας των φόρων και των παροχών που εξασφαλίζει ο πολίτης. Παράλληλα τα έξη αυτά χρόνια της κρίσης, δεν έγινε δυνατόν να εφαρμοστεί μία σταθερή και ορθολογική φορολογική μεταρρύθμιση. Το κράτος εμφανίζεται να ενδιαφέρεται μόνον για την είσπραξη των ολοένα και περισσότερων φόρων και να αδιαφορεί παντελώς για τις κοινωνικές επιπτώσεις της πολιτικής του.
- Τα έξοδα μιας χώρας χωρίζονται σε κρατικές δαπάνες (μισθοί, συντάξεις, επιχορηγήσεις, δαπάνες για παιδεία, υγεία κτλ.) και σε δαπάνες εξυπηρέτησης χρέους. Σαν εξυπηρέτηση του χρέους ορίζουμε τα χρήματα που πρέπει να δώσει ένα κράτος, για να πληρώσει τα δάνεια που έλαβε. Πρωτογενές έλλειμμα είναι το έλλειμμα που προκύπτει αν εξαιρέσουμε από τα έξοδα του κράτους την εξυπηρέτηση του χρέους. Πρωτογενές πλεόνασμα προκύπτει όταν τα έσοδα είναι παραπάνω από τα έξοδα χωρίς φυσικά να υπολογίσουμε και πάλι την εξυπηρέτηση του χρέους. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Τράπεζα της Ελλάδος, το πρωτογενές αποτέλεσμα (ταμειακό) του κρατικού προϋπολογισμού στο τέλος Δεκεμβρίου 2014, διαμορφώθηκε στο 1,416 δισ. ευρώ. Είναι όμως πλεόνασμα, που έχει «χτιστεί» κυρίως πάνω στην απώλεια εισοδημάτων για την πλειοψηφία των πολιτών της χώρας.
- Στο 176% του ΑΕΠ έφτασε το δημόσιο χρέος της Ελλάδας το τρίτο τρίμηνο του 2014, έναντι 171% του ΑΕΠ ένα χρόνο πριν, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που δόθηκαν την Πέμπτη, 22/1/15, στη δημοσιότητα. Το δημόσιο χρέος στην ευρωζώνη διαμορφώθηκε, κατά μέσο όρο, στο 92,1% του ΑΕΠ το τρίτο τρίμηνο του 2014, έναντι 91,1% του ΑΕΠ το τρίτο τρίμηνο του 2013. Οι λύσεις που προτείνονται από τους Ευρωπαίους ηγέτες όπως η επιμήκυνση της περιόδου δημοσιονομικής προσαρμογής, η μείωση των επιτοκίων, η επιστροφή των κερδών της ΕΚΤ στην Ελλάδα από την κατοχή Ελληνικών ομολόγων και η επαναγορά από τη δευτερογενή αγορά ομολόγων στις υπάρχουσες χαμηλές τιμές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ικανοποιητικές για την οριστική λύση του προβλήματος.
- Το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής (ΓΠΒ) λαμβάνει ως βασική παραδοχή ότι «το χρέος (και ο λόγος χρέους) δεν πρόκειται να τεθεί σε τροχιά μείωσης και να γίνει "βιώσιμο" ως το 2020 ή 2022 αποκλειστικά με εθνικές προσπάθειες αποταμίευσης (=δημιουργίας πρωτογενών πλεονασμάτων και ιδιωτικοποιήσεις), χωρίς οποιαδήποτε αναδιάρθρωση (=νέο "κούρεμα") ή και αναδιάταξη (=επιμήκυνση των περιόδων αποπληρωμής χρεών) και άλλες διευκολύνσεις». Σύμφωνα με το ΓΠΒ «η εξυπηρέτηση του χρέους ώστε να γίνει βιώσιμο μόνο με τις δικές μας δυνάμεις προϋποθέτει έναν συνδυασμό ρυθμών μεγέθυνσης και πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια που όμως δεν είναι ρεαλιστικό να υποθέσουμε ότι θα επιτευχθούν. Θα προϋπέθετε επίσης δυνατότητα αναχρηματοδότησης από τις αγορές με ανεκτούς όρους». Τέλος το ΓΠΒ καταλήγει, παραθέτοντας εναλλακτικά σενάρια για τη μείωση του χρέους, τα οποία περιλαμβάνουν τη μείωση επιτοκίων και επέκταση χρονικής διάρκειας αποπληρωμής, της αμοιβαιοποίησης μέρους του χρέους (ευρωομόλογα) και της διαγραφής μέρους αυτού.
- Μπορεί, ναι ή όχι, να μειωθεί το ελληνικό δημόσιο χρέος μέσω του «κουρέματός» του; Η απάντηση έχει ζωτική σημασία πρωτίστως για τους Έλληνες. Από οικονομική σκοπιά, η απάντηση είναι σαφέστατη: Βεβαίως και μπορεί να κουρευτεί το ελληνικό δημόσιο χρέος. Αρκεί να υπάρχει η ανάλογη πολιτική βούληση των Εταίρων μας. Αυτό ισχύει επειδή το 80% του ελληνικού χρέους βρίσκεται πλέον στα χέρια είτε κρατών της Ευρωζώνης είτε διεθνών οργανισμών της Ευρώπης, και στο ΔΝΤ. Η δυσκολία της απόφασης αυτής πηγάζει από το γεγονός ότι αυτή θα πρέπει να εγκριθεί ομόφωνα από όλα τα Κοινοβούλια των (19) χωρών της Ευρωζώνης. Το γεγονός και μόνο αυτό καθιστά το «κούρεμα» του χρέους μία εφικτή αλλά πολύ δύσκολη πολιτική απόφαση.
Είναι βέβαιο, ότι με όλα τα παραπάνω
αναγραφόμενα στοιχεία και απόψεις ο κάθε Έλληνας πολίτης (ψηφοφόρος) αποκτά μία
σφαιρική εικόνα για το τι ακριβώς συμβαίνει στο οικονομικό και
πολιτικό περιβάλλον της χώρας αλλά και της Ευρώπης. Αυτό του επιτρέπει να
αξιολογήσει τα προγράμματα και τις εξαγγελίες των διάφορων
πολιτικών παρατάξεων.
Είναι γεγονός ότι σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, το βασικό θέμα είναι ποια παράταξη θα κερδίσει, ποια θα χάσει, ποια θα είναι πρώτη, ποια δεύτερη. Επίσης ποιος θα κυβερνήσει, ποια κυβέρνηση θα σχηματιστεί, αν θα έχει αυτοδυναμία ή θα χρειαστούν συνεργασίες. Όμως, πολύ μεγαλύτερη σημασία έχει τώρα, σε αυτή ειδικά την εκλογική αναμέτρηση, όχι ίσως ποια παράταξη θα κυβερνήσει, αλλά προς ποια κατεύθυνση θα οδηγηθεί η χώρα, τα επόμενα χρόνια. Και αυτό θα το αποφασίσουν οι Έλληνες πολίτες την προσεχή Κυριακή με τη ψήφο τους. «Καλό βόλι».
Είναι γεγονός ότι σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, το βασικό θέμα είναι ποια παράταξη θα κερδίσει, ποια θα χάσει, ποια θα είναι πρώτη, ποια δεύτερη. Επίσης ποιος θα κυβερνήσει, ποια κυβέρνηση θα σχηματιστεί, αν θα έχει αυτοδυναμία ή θα χρειαστούν συνεργασίες. Όμως, πολύ μεγαλύτερη σημασία έχει τώρα, σε αυτή ειδικά την εκλογική αναμέτρηση, όχι ίσως ποια παράταξη θα κυβερνήσει, αλλά προς ποια κατεύθυνση θα οδηγηθεί η χώρα, τα επόμενα χρόνια. Και αυτό θα το αποφασίσουν οι Έλληνες πολίτες την προσεχή Κυριακή με τη ψήφο τους. «Καλό βόλι».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου