Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015

Η διαπραγμάτευση …

Η Ελληνική Κυβέρνηση βρέθηκε μέσα στη ξεκάθαρη δομή  του ευρωπαϊκού τρόπου  και μεθόδων διαπραγμάτευσης στα όργανα της Ευρωζώνης. Διαπίστωσε από πρώτο χέρι, πως ακριβώς διεξάγονται στην Ευρώπη οι διαπραγματεύσεις και αντιλήφθηκε ότι πίσω από τις πόρτες οι φαινομενικές φιλίες  και τα χαμόγελα πολύ απλά μετατρέπονται σε εθνικά και πολιτικά συμφέροντα της εκάστοτε φυσικά δεδομένης χρονικής στιγμής ή περιόδου.

Η Κυβέρνηση ξεκίνησε τη διαπραγμάτευση με τρία μειονεκτήματα. Το πρώτο αφορούσε την εμμονή στο ότι η πρόσφατη εκλογή της τη νομιμοποιεί να ζητά τη θέσπιση νέων κανόνων της δανειακής συμφωνίας. Το δεύτερο ξεκίνησε όταν τα διάφορα στελέχη της ανήγγειλαν τις εξαγγελίες παροχών,  σύμφωνα με το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχα πειστική κοστολόγηση αλλά και  εμφανής δυνατότητα χρηματοδότησή τους. Το τρίτο και ίσως το πιο βασικό αφορά την αναγκαιότητα των επιπλέον δανειακών κεφαλαίων για τη βιωσιμότητα και την αποπληρωμή των όποιων υποχρεώσεων  της χώρας.

Στις διαπραγματεύσεις συνηθίζεται να κρατάς τα όποια επιχειρήματα ή υποχωρήσεις τις οποίες τελικά αποδέχεσαι κρυφές, ώστε να έχεις το δεδομένο της τυχόν ανταλλαγής τους με αντίστοιχες υποχωρήσεις της άλλης πλευράς. Το μόνο το οποίο ορθώς από την αρχή αποδέχθηκε η Κυβέρνηση ήταν ότι τα όποια προβλήματα, διαφωνίες και τυχόν αλλαγές στα παρελκόμενα της δανειακής σύμβασης θα επιλυθούν μέσα στην ευρωζώνη, στα επίσημα όργανά της και ότι η χώρα δεν εξετάζει την με οποιαδήποτε τρόπο τη μονομερή έξοδό της από το κοινό νόμισμα. Αυτό άλλωστε αποτελούσε και σαφή επιθυμία του ελληνικού λαού.

Η Κυβέρνηση ξεκίνησε τις διαπραγματεύσεις με την ελπίδα ότι θα πετύχει μέσω  πολιτικής διαπραγμάτευσης, σε επίπεδο αρχηγών κρατών, τον αναγκαίο χρόνο να παρουσιάσει ένα νέο πρόγραμμα στους δανειστές και συγχρόνως να λάβει την αναγκαία χρηματοδότηση. Η προσπάθεια αυτή δεν πέτυχε γιατί έγινε σε πολιτικά αρνητικό χρόνο για αρκετά από τα ευρωπαϊκά κράτη και από την αδυναμία δημιουργίας συμμαχιών σε ένα περιβάλλον κρατών της ευρωζώνης  όπου κυριαρχεί ο συντηρητισμός και ο νεοφιλελευθερισμός.

Η άλλη πλευρά διαθέτει και εμπειρία στις διαπραγματεύσεις αλλά και τον έλεγχο ροής της ευρωπαϊκής οικονομίας, με αποτέλεσμα να υπονομεύσει την όποια προσπάθεια πολιτικής λύσης και να οδηγήσει τις διαπραγματεύσεις από το πολιτικό επίπεδο στο αδύνατο σημείο για την Ελλάδα τα οικονομικά δημοσιονομικά μεγέθη. Με την στρατηγική αυτή άρχισε να ζητά ισοδύναμα μέτρα, για την κάθε παροχή – εξαγγελία  της Ελληνικής Κυβέρνησης, η οποία ήταν αντίθετη στο υφιστάμενο πρόγραμμα λιτότητας. Δυστυχώς όμως στο σημείο αυτό η Κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με όλους τους εταίρους – δανειστές μας.

Η πίεση ήταν ασφυκτική με αποτέλεσμα να οδηγήσουν την Κυβέρνηση να αποδεχθεί θετικά ένα προτεινόμενο σχέδιο το οποίο θεώρησε ότι δεν παραβίαζε τις «κόκκινες γραμμές» της. Η άλλη πλευρά πρότεινε ένα άλλο σχέδιο συμφωνίας στην επίσημη διαπραγμάτευση με όρους οι οποίοι δεν έγινα τελικά αποδεκτοί από την Ελληνική Κυβέρνηση και οι συνομιλίες κατέληξαν σε αδιέξοδο. Εκείνο όμως που κέρδισε σαφέστατα η άλλη πλευρά είναι ένα αποδεκτό σχέδιο συμφωνίας από την Κυβέρνηση το οποίο κρατά πλέον στα συρτάρια της και το οποίο της επιτρέπει να σκληρύνει τη θέση της μέχρι το τελευταίο χρονικό περιθώριο.

Η πορεία των διαπραγματεύσεων θα  δείξει ποια από τις δύο πλευρές έχει καταφέρει να γύρει έστω και για λίγο την πλάστιγγα προς το μέρος της. Αλλά κανένας δεν πρέπει να ξεχνά ότι οι αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονται πίσω από τα ψυχρά νούμερα κρύβουν ανθρώπινες υπάρξεις. Επίσης και το γεγονός ότι δεν μπορεί κάποιος να ικανοποιεί τις λειτουργικές ανάγκες της χώρας του με δανεικά από τρίτους. Τα φαινόμενα γίνονται πιο έντονα όταν εξετάζονται μέσα σε ενώσεις κρατών με διαφορετικό οικονομικό και εργασιακό επίπεδο.

Τελικά και οι δύο πλευρές οφείλουν να καταλήξουν σε μία συμφωνία η οποία θα καλύπτει τα θέλω και των δύο. Οι δανειστές θέλουν να λάβουν πίσω τα δανεικά και να σταματήσουν να χρηματοδοτούν τα όποια ελλείμματα της Ελλάδος, η οποία θα πρέπει να επιστρέψει στο δανεισμό της από τις αγορές. Η Ελληνική Κυβέρνηση θέλει να απαγκιστρωθεί από τον ασφυκτικό έλεγχο των δανειστών και να προχωρήσει στη δική της οικονομική πολιτική η οποία θα την επιτρέπει να εξυπηρετεί το χρέος και τις λειτουργικές της ανάγκες. Σαφέστατα το ζητούμενο είναι το ίδιο απλά οι προσεγγίσεις έχουν διαφορετικές αφετηρίες.

Αποτελεί πραγματικότητα  στο σύγχρονο κόσμο οι χώρες να δανείζονται και να οφείλουν, πολλές φορές ίσως και ποσά τα οποία δεν δύνανται να εξοφλήσουν. Το θέμα το οποίο ίσως δεν εξετάζεται εκτενώς είναι αν τα χρήματα δίνονται για εξόφληση παλαιότερων δανείων και χρεολυσίων ή στηρίζουν την ανάπτυξη μιας χώρας, η οποία παράγει πλούτο και παράλληλα έσοδα για το Κράτος ώστε να εξυπηρετεί τις υποχρεώσεις του. Η Ελληνική Κυβέρνηση οφείλει όπως άλλωστε έχει υποσχεθεί στον Ελληνικό Λαό να εφαρμόσει ένα Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης, το οποίο εκτός από την ανθρωπιστική – κοινωνική κρίση θα πρέπει να αλλάξει και τον παραγωγικό και λειτουργικό ιστό γενικότερα της χώρας, με στόχο την ανάπτυξη, αλλά και με στρατηγική σε συγκεκριμένους τομείς της ελληνικής οικονομίας και όλα αυτά μέσα στο αυστηρό πλαίσιο κανόνων της Ευρωζώνης.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου