Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016

Οι μύθοι «των μνημονίων» ...

Η απόφαση της πλειοψηφίας των πολιτικών δυνάμεων της Ελλάδας, να παραμείνει η χώρα στην Ευρωζώνη της στέρησε το εργαλείο της νομισματικής υποτίμησης στην επίλυση της κρίσης. Η μοναδική ίσως εναλλακτική λύση, επάνω στην οποία στήθηκε η αρχιτεκτονική των Μνημονίων ήταν η επιβολή της εσωτερικής υποτίμησης. Δηλαδή, της μεθοδευμένης, πλήρως ελεγχόμενης και στηριζόμενης στους μηχανισμούς της κρατικής μηχανής, μείωσης των τιμών, των εισοδημάτων (μισθοί- συντάξεις, κ.ά.) και της αξίας εν γένει των περιουσιακών στοιχείων.
Μνημόνια VS Επενδύσεις
Οι μειώσεις αυτές θα αποσκοπούσαν να καταστήσουν την ελληνική οικονομία ελκυστική ως επενδυτικό προορισμό. Επομένως  όταν το ύψος της εσωτερικής υποτίμησης έφθανε στο επίπεδο όπου θα καθιστούσε τη χώρα ανταγωνιστική σε σχέση με άλλους επενδυτικούς ευρωπαϊκούς προορισμούς (Βουλγαρία, κ.ά.) θα είχε επιτύχει. Αυτή προσδιοριζόμενη σε ύψος αντίστοιχης νομισματικής υποτίμησης της τάξης του 30%-40%, αναμένονταν ότι θα προκαλούσε σύμφωνα με τους εισηγητές των Μνημονίων (ΔΝΤ), έκρηξη επενδύσεων και εξαγωγών.
Στο ΔΝΤ κυρίως, ο εισηγητής της επιχειρηματολογούσε υπέρ αυτής της στρατηγικής μειώσεων, σε έκθεσή του το 2013 ως εξής: «Οι μεγάλες εξωτερικές υποχρεώσεις απαιτούν τελικά μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα, προκειμένου να εξυπηρετηθούν και η επίτευξη αυτών των πλεονασμάτων απαιτεί ένα πιο υποτιμημένο επίπεδο της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας. Σε μια νομισματική ένωση, η υποτίμηση πρέπει να επιτευχθεί σε μεγάλο βαθμό μέσω του αποπληθωρισμού, ο οποίος απαιτεί μια μεγαλύτερη αρνητική απόκλιση της παραγωγής».
Παράλληλα με όλα τα παραπάνω, υπήρχε και η πεποίθηση ότι με την εσωτερική υποτίμηση θα διατηρείτο ταυτόχρονα η εσωτερική ζήτηση, προϊόντων και υπηρεσιών, σε τέτοιο επίπεδο το οποίο θα επέτρεπε τουλάχιστον τη βιωσιμότητα των ελληνικών επιχειρήσεων. Αυτό οι εισηγητές το στήριζαν στην βασική παραδοχή τους, ότι οι μειώσεις μισθών, συντάξεων και λοιπών εισοδημάτων της χώρας, θα είχαν ως αντιστάθμισμα τις αντίστοιχες μειώσεις στις τιμές των καταναλωτικών αγαθών  και των υπηρεσιών.

Μύθος 1ος « η μείωση των τιμών»:
Το καλάθι της νοικοκυράς
Η εφαρμογή της εσωτερικής υποτίμησης είναι εμφανές, ότι είχε αποτέλεσμα μόνο ως προς τους μισθούς, οι οποίοι μειώθηκαν σε ποσοστό άνω του 20%, στις συντάξεις οι οποίες μειώθηκαν αναλογικά μέχρι και 40% και στην κατακόρυφη πτώση της εσωτερικής ζήτησης, η οποία προήλθε από τη μείωση του ΑΕΠ της χώρας σχεδόν κατά 25% τα τελευταία έξι χρόνια της υφεσιακής αυτής κρίσης. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η κατάρρευση των αξιών στα ακίνητα, αλλά και σε όλα τα δημόσια και ιδιωτικά περιουσιακά στοιχεία της Ελλάδας.
Η εμφανιζόμενη λογιστική βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου οφείλεται κυρίως στην συνεχιζόμενη ύφεση και στη μείωση των εισαγωγών παρά στην αύξηση των εξαγωγών. Ο αποπληθωρισμός εμφανίστηκε ανεπαίσθητος, στα τέλη του 2013, σε κλίμακα μεταξύ -04% και -2%, και ήδη από τις αρχές του 2016 επιστρέφει οριακά θετικός στη χώρα, αντίστροφα από τα ισχύοντα στο σύνολο της Ευρωζώνης. Η τάση αναμένεται να ενισχυθεί με την εφαρμογή των πρόσφατων αυξήσεων στην έμμεση φορολογία, όπως είναι η αύξηση του ΦΠΑ σχεδόν στο σύνολο των αγαθών.  

Μύθος 2ος  «η ποσοτική χαλάρωση»:        
Οι υψηλά αμειβόμενοι οικονομολόγοι της Ευρωζώνης και του ΔΝΤ ανακάλυψαν, έστω και με σημαντική καθυστέρηση, ότι η εσωτερική υποτίμηση δεν λειτουργεί στα πλαίσια της νομισματικής ένωσης χωρών (ΟΝΕ), αν όλα τα κράτη-μέλη της πράξουν ταυτόχρονα το ίδιο. Σε μελέτη τους (2015) διατύπωσαν το κατά πολλούς «ανυπέρβλητο» συμπέρασμα ότι «εάν χτυπηθούν ταυτόχρονα χώρες από την κρίση, η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης μπορεί να είναι αποτελεσματική, μόνο αν συνοδευθεί από ανάλογα επεκτατική νομισματική πολιτική».
Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα
Τοιουτοτρόπως η ΕΚΤ ξεκίνησε το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, με αγορές ομολόγων 60 δισ. τον μήνα (και πλέον 80 δισ. τον μήνα). Οι του ΔΝΤ υποστήριξαν, ένα  χρόνο μετά, ότι η νομισματική επέκταση θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον ίση με τη μείωση των ονομαστικών μισθών. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της Ευρωζώνης που εξαιρείται ρητά από  αυτό το πρόγραμμα της ΕΚΤ, τουλάχιστον ίσως μέχρι το Σεπτέμβριο 2016. Το δε αναμενόμενο όφελος από την ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ θα είναι οριακό και βραχύχρονο, γιατί το πρόγραμμα λήγει την άνοιξη του 2017.

Μύθος 3ος «το εργασιακό κόστος»:
Εργασιακό κόστος
Ο κύκλος αυτής της ψευδαίσθησης, μάλλον κλείνει οριστικά με τη δεύτερη αξιολόγηση του Φθινοπώρου και το μείζον θέμα της, τα εργασιακά. Οι δανειστές θεωρούν ότι υπάρχουν περιθώρια συνέχισης της εσωτερικής υποτίμησης του εργασιακού κόστους, επιμένουν στη διατήρηση διοικητικού καθορισμού του κατώτατου μισθού, ευνοούν  τυχόν και νέα μείωσή του, δεν αποδέχονται την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων, θέλουν περιορισμό της ισχύος των συνδικάτων και επιζητούν την πλήρη απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων.
Η μείωση του εργατικού κόστους και των κοινωνικών δικαιωμάτων αποτελεί την πάγια επιδίωξη των οπαδών της φιλελεύθερης και χωρίς κανόνες παγκόσμιας οικονομίας. Το πλαίσιο αυτό αποτελεί και διακηρυγμένη επιδίωξη για το σύνολο της Ευρωζώνης, όπως προκύπτει από την πρόταση της Κομισιόν για τον «Ευρωπαϊκό Πυλώνα Κοινωνικών Δικαιωμάτων», ο οποίος εμπνέεται σε μεγάλο βαθμό από τον νέο γαλλικό εργασιακό νόμο, και είναι αυτός ο οποίος έχει αφυπνίσει τα συνδικάτα στη Γαλλία, αλλά και σε όλη την Ευρώπη.

Μύθος 4ος « η έξοδος από την ύφεση»:
Αυτό που αποκλήθηκε «εσωτερική υποτίμηση» στην Ελλάδα και παρουσιάστηκε ως η μοναδική λύση για την έξοδο από την κρίση και την ύφεση, τελικά αποδείχτηκε μηχανισμός βίαιης υποτίμησης της εργασίας και εξουδετέρωσης των αμυντικών της μηχανισμών. Το γεγονός ότι αυτή συνοδεύεται από πρωτοφανή απαξίωση και των περιουσιακών στοιχείων (δημόσιων – ιδιωτικών), αλλά ούτε κατ’ ελάχιστο από τη μείωση των τιμών, απλώς καθιστά σαφώς ύποπτη τη «στρατηγική» των δανειστών μας αλλά και των εγχωρίων πολιτικών συνεργών τους.
Μνημόνια και συμφέροντα
Τελικά, οι άριστοι τεχνοκράτες εκπρόσωποι των δανειστών μας βασιζόμενοι και στην παρακμή του Ελληνικού πολιτικού συστήματος, φαίνεται ότι ξεπέρασαν τις ποιο ακραίες προσδοκίες τους. Είναι γεγονός, ότι η βασική φιλοσοφία τους δεν ήταν πως να εφαρμόσουν επιτυχώς το πείραμα εξόδου της χώρας από την κρίση, αλλά  πως να αποδειχθούν πολύ καλοί «μεσίτες» των συμφερόντων που εκπροσωπούν. Αυτό δε είναι εμφανές και από την πίεση για αποκρατικοποιήσεις, σε συγκεκριμένα «ακίνητα - ΔΕΚΟ φιλέτα» της Δημόσιας Περιουσίας και σε συγκεκριμένους Διεθνείς Ομίλους.                                                                                
Συμπερασματικά:
Η Ελλάδα των μνημονίων
Είναι βέβαιο ότι κανείς σήμερα δεν έχει πεισθεί πως η εσωτερική υποτίμηση έχει εφαρμοστεί με επιτυχία στην Ελλάδα. Είναι γεγονός πως έξι χρόνια μετά, καμία πλευρά, ούτε εκείνη των δανειστών ούτε όμως κι αυτή της Ελλάδας, δεν μπορεί να εκφράσει τη βεβαιότητα ότι ο δρόμος που ακολούθησε η χώρα όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης ήταν τελικά ο σωστός και, αντιθέτως, οι αμφιβολίες για το πού τελικά οδηγούμαστε και αν τελικά θα βγούμε από την κρίση κερδίζουν διαρκώς έδαφος, ενώ αυτό από μόνο του είναι ένα απτό δείγμα του ότι βαδίζουμε στο κενό.

Δυστυχώς σε τελική ανάλυση κανείς δεν γνωρίζει αν οι θυσίες των Ελλήνων, αυτά τα έξι χρόνια των Μνημονίων θα έχουν το αναμενόμενο αποτέλεσμα ή αν οδηγούμεθα τελικά προς την λάθος κατεύθυνση και όταν έρθει η κρίσιμη ώρα του απολογισμού όλοι ανεξαιρέτως, εκτός των απλών πολιτών, θα νίπτουν τας χείρας τους καθώς, ως γνωστόν, μετά την απομάκρυνση από το Ταμείο ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Αυτό άλλωστε είναι ένα φαινόμενο το οποίο έχουν αναγκαστικά υποστεί, οι πολίτες αυτής της χώρας, πολλές φορές τα τελευταία χρόνια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου