Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Όταν ο εταίρος γίνεται δανειολήπτης.


Η Ελλάδα μέχρι το 2009, ως κράτος-μέλος της ΕΕ και της ΟΝΕ γνωστής ως «ζώνης του Ευρώ», ήταν ένας ισότιμος εταίρος των άλλων 27 κρατών –μελών. Αυτό σήμαινε ότι είχε τα ίδια δικαιώματα αλλά και τις υποχρεώσεις με τα άλλα κράτη-μέλη στην ΕΕ, αναλογικά βέβαια με την οικονομική δύναμή της, η οποία κυρίως εκφράζεται με το παραγόμενο ετήσιο ΑΕΠ της. Παράλληλα η μεταβίβαση εθνικής κυριαρχίας, στα όποια Κοινοτικά Όργανα πραγματοποιείτο με ισοδύναμο τρόπο για όλα τα κράτη-μέλη, αλλά και με κοινές αποφάσεις ομόφωνες ή κατά πλειοψηφία των εταίρων. Η εικόνα της χώρας και των Ελλήνων ήταν σεβαστή και αντάξια της ένδοξης ιστορικής και πολιτιστικής της κληρονομιάς.

Η πολιτική ελίτ που κυβέρνησε τη χώρα μετά την μεταπολίτευση σε συνεργασία με την αντίστοιχη οικονομική, διαπίστωσαν την ευκολία δανεισμού κεφαλαίων την οποία μας παρείχε η συμμετοχή μας στην ΕΕ και την ΟΝΕ από τις Αγορές χρήματος και το εκμεταλλεύτηκαν διαχρονικά και ποικιλότροπα στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Δημιούργησαν με τα διεθνή δανεικά κεφάλαια ένα γιγάντιο και αναποτελεσματικό δημόσιο τομέα, χρηματοδότησαν ευκαιριακές και μη παραγωγικές επενδύσεις, διένειμαν επιδοτήσεις χωρίς κανόνες, αύξησαν εισοδήματα με παροχές μισθών, επιδομάτων και αμοιβών απλά για να ικανοποιήσουν την κομματική τους πελατεία. Η χώρα και οι πολίτες της έζησε μια μεγάλη χρονική περίοδο ετών ευδαιμονίας και καταναλωτισμού με δανεικά κεφάλαια, χωρίς να λαμβάνει κανείς υπόψη την ποσοστιαία αναλογία τους σε σχέση με το παραγόμενο ΑΕΠ, το οποίο αποτελεί και τη βάση για την αποπληρωμή τους.

Από το 2009 η κυβερνώσα πολιτική ελίτ είχε αντιληφθεί ή προειδοποιηθεί, ότι η αποπληρωμή του ύψους των δανεικών κεφαλαίων γίνονταν ολοένα και πιο δύσκολη. Το ισοζύγιο πληρωμών τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό ήταν ήδη αρνητικό, ο δημόσιος τομέας ελλειμματικός αλλά δυστυχώς συνέχιζαν την ίδια οικονομική πολιτική. Το 2010 οι Αγορές επιβεβαίωσαν πλήρως τις «αδυναμίες» της ελληνικής οικονομίας με την αύξηση των επιτοκίων δανεισμού λόγω του κινδύνου, σε επίπεδα τα οποία επέτειναν αντί να επιλύουν το δανειακό πρόβλημα της χώρας. Πανικόβλητη η πολιτική ελίτ προσέτρεξε στην ΕΕ και στο ΔΝΤ για τη συνέχιση του δανεισμού, επειδή η χώρα δυστυχώς εξακολουθούσε να καταναλώνει περισσότερα από όσα παρήγαγε και για να αποφύγουν τη χρεοκοπία.

Η ΕΕ και το ΔΝΤ μας αντιμετώπισαν αρχικά ως κράτος εταίρο αλλά με σοβαρά προβλήματα. Αποδέχθηκαν το δανεισμό μας αλλά ζήτησαν το αυτονόητο, η χώρα να σταματήσει να παράγει ελλείμματα και επειδή η κυβερνώσα πολιτική παράταξη δεν είχε παρουσιάσει σχέδιο εξόδου από την κρίση επέβαλλαν το δικό τους. Η ατολμία της πολιτικής ελίτ να αντιμετωπίσει την εκλογική της πελατεία και να τηρήσει τα συμφωνηθέντα οδήγησε το ένα σχέδιο διάσωσης μετά το άλλο σε πλήρη αποτυχία επίτευξης των στόχων. Έτσι η Ελλάδα από κράτος- εταίρος μετατράπηκε σε κράτος-δανειολήπτη, με καταστροφικές συνέπειες για τη χώρα και ιδιαίτερα για τους πολίτες της. Η αδυναμία της πολιτικής ελίτ να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις και να συγκρουστεί με τα ποικίλα συμφέροντα μας οδήγησε σε τέτοιο σημείο, ώστε οι χαρακτηρισμοί για τους Έλληνες και η εν γένει εικόνα της χώρας, να φθάσουν δυστυχώς στα έσχατα όρια του χλευασμού και της χυδαιότητας ακόμη και από τους εταίρους μας
.
Ως κράτος-δανειολήπτη η αντιμετώπισή μας στα κοινοτικά όργανα αλλά και εντός της χώρας από τους εκπροσώπους των δανειστών μας χαρακτηρίζεται αλγεινή και υπεροπτική. Αυτή όμως δεν είναι και η αντιμετώπιση μιας τράπεζας, έναντι ενός ανυπόληπτου δανειστή από τον οποίο ζητά επίμονα τη μεταβίβαση περιουσιακών του στοιχείων για να εξασφαλίσει το δάνειο της. Στην περίπτωση όμως του Κράτους οι δανειστές μας ζητούν μεταβίβαση εθνικής κυριαρχίας είτε με μετατροπή των δανειακών συμβάσεων στο Αγγλοσαξονικό (αποικιακό) δίκαιο, είτε με τις επιβαλλόμενες έμμεσα νομοθετικές ρυθμίσεις απομείωσης εργασιακών, κοινωνικών και λοιπών δικαιωμάτων με στόχο την κατά το δυνατό πιο άμεση δημιουργία πλεονασμάτων για την πληρωμή του χρέους και ελκυστικού επενδυτικού κλίματος για τις επιχειρήσεις τους.

Η διεθνής αυτή συνταγή δεν πέτυχε για ποικίλους λόγους. Η αδυναμία υποτίμησης λόγω ευρώ οδήγησε σε αναγκαστική εσωτερική υποτίμηση με την πρόκληση όμως κυκλικής και ανεξέλεγκτης ύφεσης. Σε αυτό βοήθησαν οι μεγάλες στρεβλώσεις της ελληνικής οικονομίας και ιδιαίτερα στον Ιδιωτικό τομέα όπου δεν επέτρεψαν την αντίστοιχη αποκλιμάκωση των τιμών. Ο Δημόσιος τομέας πλήρως ανοργάνωτος, με απαρχαιωμένες δομές και διαδικασίες οι οποίες εξυπηρετούσαν την κομματική πελατεία στάθηκε παντελώς ανίκανος να υποστηρίξει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις αλλά καίρια την πάταξη της φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής. Η ελληνική οικονομική ελίτ, αντιλαμβανόμενη το δημιουργούμενο περιβάλλον και τους κινδύνους, μετέφερε τα κεφάλαιά της για ασφάλεια στο εξωτερικό στερώντας τα από τη χώρα. Η ελληνική αγορά η οποία είχε στηριχθεί στην κατανάλωση άρχισε να καταρρέει επιτείνοντας την κρίση και σε άλλους σαθρούς οικονομικούς κλάδους οδηγώντας την ανεργία στα ύψη.

Σήμερα αντιμετωπίζουμε μια περίεργη κατάσταση. Η κυβερνώσα πολιτική ελίτ έχει χάσει πλήρως τη αξιοπιστία της στους δανειστές μας. Αναξιοπιστία κυρίως από την αδυναμία της μέσω ενός «ανίκανου» δημόσιου τομέα να πατάξει τη φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή και να συγκρουστεί με τα όποια «συμφέροντα» εξακολουθούν ακόμη να λυμαίνονται τη χώρα και τους πολίτες της. Οι δανειστές παράλληλα επιζητούν συνεχώς «ζεστό» χρήμα και γνωρίζουν ότι μπορούν να το αντλήσουν άμεσα μόνο από μισθούς και συντάξεις. Το ζητούμενο για αυτούς δεν είναι το δίκαιο και ηθικό, αλλά να εξασφαλίσουν πλήρως την επιστροφή των δανειακών τους κεφαλαίων.

Η πολιτική ελίτ της χώρας έχει φθάσει σήμερα σε αδιέξοδο όπως ο δανειολήπτης της τράπεζας. Οι συνεχείς περικοπές των εισοδημάτων και η υψηλή φορολογία οδηγούν σε συνεχή κυκλική ύφεση. Η μείωση του ΑΕΠ αυξάνει την αδυναμία της μείωσης των ελλειμμάτων και της αποπληρωμής των δανείων, με συνέπεια οι δανειστές να ζητούν και νέα μέτρα δημοσιονομικής λιτότητας. Η λύση είναι μία και μοναδική: μόνο με την ανάπτυξη του ΑΕΠ θα επιτύχουμε την αύξηση των κρατικών εσόδων και την αποπληρωμή των δανείων. Η ανάπτυξη πρέπει να γίνει με σχέδιο και με επενδύσεις κεφαλαίων τόσο από την εγχώρια όσο και από την ευρωπαϊκή οικονομική ελίτ. Αμφότερες όμως δεν πρέπει να αναμένουν και να πιέζουν για περισσότερη απομείωση μισθών, εισφορών καθώς και της αξίας των κινητών και ακινήτων περιουσιακών στοιχείων για να προχωρήσουν. Ο ελληνικός λαός έχει φθάσει στα «όριά» του και αν πιεστεί ακόμη περισσότερο ίσως οι συνέπειες να είναι ανεξέλεγκτες για όλους ακόμη και γι’ αυτούς που θεωρούνται άτρωτοι.

Η λύση που τελικά θα δοθεί στο ελληνικό πρόβλημα μάλλον θα είναι «πολιτική» και θα πρέπει να ληφθεί μεταξύ των «εταίρων» μας στην ΕΕ. Η Ελλάδα με τις υπάρχουσες οικονομικές συνθήκες αδυνατεί να εκπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις και το «κούρεμα» του χρέους είναι αναπόφευκτο, εκτός βέβαια αν κάποιος πιστεύει ότι η χώρα δύναται να πετύχει υπερβολικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Βεβαίως αυτό δε σημαίνει ότι δεν θα πρέπει να γίνουν μεταρρυθμίσεις στον ελληνικό δημόσιο και ιδιωτικό τομέα της αγοράς, ώστε να απαλειφθούν πλήρως όλες οι στρεβλώσεις οι οποίες εξυπηρετούν τα όποια «συμφέροντα». Σε αυτό το σημείο είναι ουσιαστική βοήθεια των δανειστών μας με τεχνογνωσία αλλά και επιμονή για μεταρρυθμίσεις τις οποίες αντιστέκεται στο να πραγματοποιήσει η πολιτική ελίτ. Η χώρα απαιτεί σήμερα μια «υπέρβαση» από την άρχουσα γενικώς τάξη, πολιτική και οικονομική, για να μπορέσει να ξανασταθεί σταθερά στα πόδια της. Αυτό όμως σημαίνει για την κυβερνώσα πολιτική ελίτ πλήρη αναμόρφωση της χώρας με όραμα και στόχους, με τόλμη αλλά και δικαιοσύνη.

Αν θα το πετύχουμε αυτό θα εξαρτηθεί από τη δική μας θέληση αλλά και από τη βούληση των εταίρων μας να μας ξαναδούν ως εταίρο και όχι ως δανειολήπτη. Οι αποφάσεις οφείλουν να ληφθούν πολύ σύντομα διότι τα χρονικά περιθώρια στενεύουν και οι Αγορές καραδοκούν για να κατασπαράξουν όλη την ευρωζώνη ώστε να αποκομίσουν κέρδη. Οι εταίροι μας στην ΟΝΕ πρέπει να αποφασίσουν αν εξακολουθούν να μας θέλουν στη ζώνη του ευρώ και να αποδεχθούν ότι οφείλουν να καταβάλλουν το σχετικό τίμημα. Η ελληνική πολιτική ελίτ πρέπει να κατανοήσει ότι το σύνθημα «Ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε» είναι κυριολεκτικό σήμερα γιατί απεικονίζει την ελληνική πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αναλάβει το πολιτικό κόστος των μεταρρυθμίσεων και της άμεσης σύγκρουσης με τις ομάδες συμφερόντων που αντιστέκονται σθεναρά. Σύντομα θα γνωρίζουμε αν η χώρα πήρε την κατεύθυνση της ανάπτυξης και της εξόδου από την κρίση, ή σε διαφορετική περίπτωση θα οδηγηθούμε αναγκαστικά εκτός ευρώ, σε άγνωστες και ανεξέλεγκτες «καταστάσεις», με άσχημες επιπτώσεις για τη χώρα και την ΕΕ.  Είναι εμφανές, ότι οι σώφρονες Έλληνες αλλά και Ευρωπαίοι πολιτικοί το απεύχονται και αυτό αφήνει την ελπίδα ζωντανή για τους λαούς της Ευρώπης. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου